Ανακοίνωση Διεθνούς Συνεδρίου

    «Η Ευρώπη στο σταυροδρόμι: Ένωση λιτότητας ή ανάπτυξιακής σύγκλισης;»

    Μέγαρο Διεθνές Συνεδριακό Κέντρο Αθηνών
    21–22 Νοεμβρίου 2014

Workshop

    Εργοδότης Ύστατης Καταφυγής: Αναπτυξιακές και Δημοσιονομικές Επιπτώσεις

    Οργανωμένο από το Παρατηρητήριο Οικονομικών και Κοινωνικών Εξελίξεων του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ

    Park Hotel
    Αθήνα
    11 Μαρτίου 2014

Διεθνές συνέδριο

    Το Levy Economics Institute διοργανώνει διεθνές συνέδριο με την υποστήριξη του Ιδρύματος FORD (USA) με θέμα:

    «Η κρίση στην Ευρωζώνη και την Ελλάδα και η εμπειρία με τις πολιτικές λιτότητας»

    Μέγαρο Διεθνές Συνεδριακό Κέντρο Αθηνών
    8–9 Νοεμβρίου 2013

Δημοσιεύσεις στα Ελληνικά

Επιλεγμένες δημοσιεύσεις του Levy Economics Institute είναι τώρα διαθέσιμες στην ελληνική γλώσσα.

    Νομισματική Πολιτική και Χρηματοπιστωτική Δομή

  • ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ No. 6 | Δεκέμβριος 2014

    Γιατί η αύξηση των επιτοκίων μπορεί να επιταχύνει την ανάκαμψη

    Υπάρχουν δύο ειδών επικρίσεις στην «αντισυμβατική» απάντηση της νομισματικής πολιτικής του Ομοσπονδιακού Αποθεματικού (Fed) των ΗΠΑ στην πρόσφατη χρηματοπιστωτική και οικονομική κρίση (Great Recession). Από τη μια μεριά υποστηρίζεται ότι ο τριπλασιασμός του μεγέθους του ισολογισμού της Fed θα προκαλέσει άνοδο του πληθωρισμού εξαιτίας του ότι η μαζική αύξηση των πλεοναζόντων αποθεματικών θα δαπανηθεί σε αγαθά και υπηρεσίες. Ακόμη χειρότερα, μια τέτοια εξέλιξη θα ισοδυναμούσε με μια προσπάθεια εκ μέρους του κράτους να διαγραφεί μέσω πληθωρισμού ένα τμήμα του χρέους που δημιουργήθηκε από τη στήριξη των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων μετά την κατάρρευση των τιμών των περιουσιακών στοιχείων τον Σεπτέμβριο του 2008. Από την άλλη μεριά προβάλλεται το επιχείρημα ότι η πολιτική των βραχυπρόθεσμων σχεδόν μηδενικών επιτοκίων και τα μέτρα ισοπέδωσης στην καμπύλη αποδόσεων θα στρεβλώσουν την κατανομή και την τιμολόγηση στις αγορές πιστώσεων και κεφαλαίων και θα εγγυηθούν την εμφάνιση μιας ακόμα φούσκας στις τιμές των περιουσιακών στοιχείων, ακόμη και ενώ επικρατούν αποπληθωριστικές τάσεις στις αγορές προϊόντων.

    Οι συγκεκριμένες επικρίσεις έχουν οδηγήσει σε εκκλήσεις για επιστροφή προς μια περισσότερο συμβατική νομισματική πολιτική, αν και υπάρχει γενικά συμφωνία ότι κάτι τέτοιο θα είχε αρνητικές επιπτώσεις στην οικονομία, τουλάχιστον σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα. Ωστόσο, δεδομένου ότι και οι δύο προαναφερθέντες μορφές κριτικής εμπεριέχουν λανθασμένες αναλύσεις, είναι πιθανό ότι οι εκτιμήσεις σχετικά με τις αρνητικές επιπτώσεις που θα μπορούσε να έχει η επιστροφή σε πιο συμβατικές πολιτικές είναι επίσης λανθασμένες.

  • ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ No. 5 | Νοέμβριος 2014

    Θεωρία προτίμησης ρευστότητας, πολιτική μηδενικών επιτοκίων και ποσοτική χαλάρωση

    Οι πολιτικές μηδενικών επιτοκίων και ποσοτικής χαλάρωσης του Ομοσπονδιακού Αποθεματικού των ΗΠΑ απέτυχαν να αποκαταστήσουν την ανάπτυξη στην αμερικανική οικονομία, όπως και αναμενόταν να συμβεί με βάση τη θεωρία (δηλαδή μέσω της αύξησης των δαπανών για επενδύσεις στο πλαίσιο της θεωρίας του Κέυνς ή από μια εκτεταμένη προσφορά χρήματος στο πλαίσιο της θεωρίας του Φρίντμαν και της στήριξης της από τον Μπερνάνκι). Ο ανώτερος μελετητής Jan Kregel αναλύει ορισμένα από τα επιχειρήματα ως προς το γιατί απέτυχαν οι συγκεκριμένες πολιτικές να δώσουν ώθηση στην οικονομική ανάκαμψη, δίνοντας έμφαση σε μια κοινή παρανόηση σχετικά με τη θεωρία προτίμησης ρευστότητας του Κέυνς. Για την ακρίβεια, ο Kregel υποστηρίζει ότι η προτίμηση ρευστότητας συνδέεται λανθασμένα με την πρόσφατη εφαρμογή της πολιτικής των μηδενικών επιτοκίων. Ο Kregel ισχυρίζεται, επίσης, ότι ο Κέυνς θα είχε εφαρμόσει την πολιτική των μηδενικών επιτοκίων εντελώς διαφορετικά, με τη ρύθμιση της προσφοράς και του επιτοκίου και αφήνοντας στην αγορά τον προσδιορισμό του όγκου των συναλλαγών. Το παρόν κείμενο πολιτικής διευκρινίζει τις θεωρητικές προσεγγίσεις του Κέυνς σχετικά με την αντισυμβατική νομισματική πολιτική και παρέχει μια ουσιαστική ανάλυση των αιτιών για τις οποίες οι πολιτικές των κεντρικών τραπεζών δεν κατάφεραν να επιτύχουν τους δεδηλωμένους στόχους τους.

  • Η Κατάσταση στην Οικονομία των ΗΠΑ

  • ΜΟΝΟΣΕΛΙΔΟ No. 47 | Οκτώβριος 2014

    Ανάπτυξη για ποιόν;

    Στη μεταπολεμική περίοδο, η αύξηση του εισοδήματος έχει γίνει πιο άνισα κατανεμημένη με κάθε επακόλουθη οικονομική επέκταση. Από το 2009 μέχρι το 2012, ενώ η οικονομία ανακάμπτει από μια από τις μεγαλύτερες οικονομικές υφέσεις στην πρόσφατη ιστορία, το 95% των εισοδηματικών κερδών πηγαίνει στο 1% του πληθυσμού. Για να αντιστραφεί αυτή η τάση, η ερευνήτρια του Levy Institute Pavlina R. Tcherneva προτείνει στρατηγικές πολιτικής που προωθούν την ανάπτυξη από τα κάτω—δηλαδή, πολιτικές που αλλάζουν άμεσα την κατανομή του εισοδήματος με την χρηματοδότηση ευκαιριών απασχόλησης στον δημόσιο, μη κερδοσκοπικό ή κοινωνικό επιχειρηματικό τομέα.
    Αρχείο:
    Σχετικό Πρόγραμμα:
    Συγγραφέας/είς:

  • ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ | Απρίλιος 2014

    Αποτελεί η αυξανόμενη ανισότητα εμπόδιο στην οικονομική ανάκαμψη των ΗΠΑ;

    Η οικονομία των Ηνωμένων Πολιτειών αναπτύσσεται με μέτριο ρυθμό μετά από την επίσημη λήξη της Ύφεσης το 2009. Το έλλειμμα του προϋπολογισμού μειώνεται σταθερά, ο πληθωρισμός βρίσκεται υπό έλεγχο και το ποσοστό ανεργίας μειώθηκε από 9,8% στο 6,7% (τον Μάρτιο του 2014). Η περιοριστική δημοσιονομική πολιτική των τελευταίων τριών ετών έχει ασκήσει αρνητική επίδραση στη συνολική ζήτηση και την ανάπτυξη, η οποία έχει αντισταθμιστεί από την αύξηση της εγχώριας ιδιωτικής ζήτησης. Οι καθαρές εξαγωγές είχαν αμελητέες (θετικές) επιπτώσεις στην ανάπτυξη. Όπως σημείωσε ο Wynne Godley to 1999, στην πρώτη έκδοση της σειράς «Στρατηγική Ανάλυση» που έφερε τον τίτλο «Seven Unsustainable Processes» (Επτά μη βιώσιμες διαδικασίες), αν μια οικονομία αντιμετωπίζει χαμηλή ζήτηση για καθαρές εξαγωγές και η δημοσιονομική πολιτική είναι περιοριστική, η οικονομική ανάπτυξη καθίσταται «εξαρτώμενη από την αύξηση του ιδιωτικού δανεισμού», δηλαδή από το να συνεχίζει ο ιδιωτικός τομέας να δαπανά πέραν του εισοδηματός του. Ωστόσο, αυτή η συνεχιζόμενη τάση, η επίμονη αύξηση στην αναλογία του χρέους προς το διαθέσιμο εισόδημα του ιδιωτικού τομέα δεν είναι βιώσιμη μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα. Ως εκ τούτου, αν οι δαπάνες σταματήσουν να αυξάνονται σε σχέση με το εισόδημα, χωρίς να υπάρχει δημοσιονομική χαλάρωση ή απότομη ανάκαμψη των καθαρών εξαγωγών, η δυναμική της επέκτασης θα εξανεμισθεί και η παραγωγή δεν θα αυξηθεί αρκετά γρήγορα για να σταματήσει η άνοδος της ανεργίας. Επιπλέον, επειδή η ανάπτυξη εξαρτάται σε τόσο μεγάλο βαθμό από «την αύξηση του ιδιωτικού δανεισμού», η πραγματική οικονομία «βρίσκεται στο έλεος της χρηματιστηριακής αγοράς σε ασυνήθιστο βαθμό». Η ανάλυση του Godley αποδείχθηκε σωστή. Η κρίση του 2001 και η Ύφεση του 2007–09 επιβεβαίωσε τα συμπεράσματά του.

    Δεκαπέντε χρόνια μετά, η οικονομία των ΗΠΑ φαίνεται να ακολουθεί και πάλι τον ίδιο δρόμο. Η εξωτερική ζήτηση παραμένει αδύναμη και η κυβέρνηση εφαρμόζει περιοριστική δημοσιονομική πολιτική. Για άλλη μια φορά, η ανάκαμψη που προβλέπεται από το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κογκρέσου βασίζεται στον υπερβολικό δανεισμό του ιδιωτικού τομέα και, για άλλη μια φορά, είναι στο έλεος της χρηματιστηριακής αγοράς. Δεδομένου ότι η κατανομή του εισοδήματος έχει επιδεινωθεί από την εποχή της κρίσης, μια τάση που συνεχίζεται εδώ και 35 χρόνια, το βάρος του χρέους θα πέσει και πάλι δυσανάλογα στους ώμους της μεσαίας τάξης και στα φτωχότερα στρώματα του πληθυσμού. Στο πλαίσιο αυτό, για να υλοποιηθούν οι προβλέψεις του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κογκρέσου, τα νοικοκυριά που ανήκουν στο εισοδηματικά κατώτερο 90% του πληθυσμού θα πρέπει να αρχίσουν να συσσωρεύουν και πάλι χρέος, σύμφωνα με την τάση των τελευταίων 30 ετών, ενώ το απόθεμα του χρέους για το εισοδηματικά ανώτερο 10% του πληθυσμού θα παραμείνει στα σημερινά του επίπεδα.

    Είναι σαφές ότι η αυτή η διαδικασία δεν είναι βιώσιμη. Οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι αντιμέτωπες με την επιλογή ανάμεσα σε δύο ανεπιθύμητα αποτελέσματα: μια παρατεταμένη περίοδο χαμηλής ανάπτυξης και στασιμότητας ή μια οικονομική επέκταση τροφοδοτούμενη από μια φούσκα που θα καταλήξει σε μια σοβαρή χρηματοπιστωτική και οικονομική κρίση. Η μόνη διέξοδος από αυτό το δίλημμα είναι να αντιστραφεί η τάση προς την αυξανόμενη εισοδηματική ανισότητα.

  • Η Κατάσταση στην Οικονομία της Ευρωζώνης και στην Οικονομία της Ελλάδας

  • ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚH ΕΡΓΑΣΙΑ ΥΠΟ ΕΞΕΛΙΞΗ No. 819 | Νοέμβριος 2014

    Το περίγραμμα μιας προοδευτικής πρότασης για την επίλυση της κρίσης χρέους στην ευρωζώνη

    Πώς μια πενταετής αναστολή εξυπηρέτησης του χρέους μπορούσε να ανατρέψει την πολιτική της λιτότητας
    λιτότητα δρα καταστροφικά για την εργαζόμενη πλειοψηφία σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες και ιδίως σε εκείνες που βρίσκονται σε προγράμματα «δημοσιονομικής προσαρμογής» που επιτηρούνται από την Τρόικα. Οι κοινωνικές ανισότητες αυξήθηκαν με γρήγορους ρυθμούς καθώς τα λαϊκά εισοδήματα υπέστησαν πρωτοφανείς περικοπές, τα δημοκρατικά και εργασιακά δικαιώματα παραβιάζονται συστηματικά, η ανεργία εκτινάχθηκε σε δυσθεώρητα ύψη, το κοινωνικό κράτος και το «ευρωπαϊκό
    κοινωνικό μοντέλο» αποσυντίθενται. Η λιτότητα υπονομεύει την ανάπτυξη σε όλη την Ευρώπη και συνακόλουθα επιδεινώνει το πρόβλημα του χρέους, τόσο του δημοσίου όσο και των ιδιωτών, στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες. Οι οικονομικές και πολιτικές ελίτ, που ωφελούνται από τη λιτότητα, χρησιμοποιούν την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους ως μοχλό για τη συνέχιση των συντηρητικών νεοφιλελεύθερων «μεταρρυθμίσεων». Η περίπτωση της Ελλάδας αποτελεί τυπικό παράδειγμα: Το
    δημόσιο χρέος αναδιαρθρώθηκε δύο φορές και στο μεγαλύτερο μέρος του μεταφέρθηκε στον «επίσημο τομέα», με τρόπο όπως που διατηρεί αναλλοίωτη τη λειτουργία του ως μηχανισμού που προωθεί τη λιτότητα.

    Ειδικά για την περίπτωση της Ελλάδας, η αποτελεσματική πολιτική λύση θα πρέπει να ακολουθήσει το πρότυπο λύσης που δόθηκε το 1953 για το δημόσιο χρέος της Ομοσπονδιακής Γερμανίας με τη Συμφωνία του Λονδίνου: Διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του χρέους και αποπληρωμή του υπολοίπου με ρήτρα ανάπτυξης. Εντούτοις, η λύση αυτή δεν συνιστά ένα βιώσιμο σχέδιο για
    την Ευρωζώνη ως σύνολο και ειδικότερα για τις μεγαλύτερες οικονομίες. Στον πολιτικό αγώνα για την ανατροπή της λιτότητας και την προώθηση των συμφερόντων της κοινωνικής πλειοψηφίας, η Ευρωπαϊκή Αριστερά οφείλει να διαμορφώσει μια πολιτική λύση για το πρόβλημα του δημόσιου
    χρέους, η οποία να παρέχει στις προοδευτικές κυβερνήσεις της Ευρωζώνης τα αναγκαία περιθώρια για πολιτικές που θα εδραιώνουν το κοινωνικό κράτος, θα αντιμετωπίζουν τα προβλήματα που ανέδειξε η κρίση του 2008 και επιδεινώθηκαν από τη στρατηγική διαχείρισή της (όπως για παράδειγμα το πρόβλημα του ιδιωτικού χρέους) και τελικά θα προωθούν τα συμφέροντα της εργαζόμενης πλειοψηφίας. Η μελέτη, «Για να τελειώνουμε με τη λιτότητα: Μια προοδευτική πρόταση για το ζήτημα του χρέους στην Ευρωζώνη» έχει ως στόχο να βαθύνει τη δημόσια συζήτηση και να προωθήσει τον διάλογο στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Αριστεράς και των κοινωνικών κινημάτων.

    Πέρα από τις όποιες τεχνικές λεπτομέρειες, η μελέτη αποτελεί κυρίως μια πολιτική παρέμβαση. Σύμφωνα με τη βασική πρόταση της μελέτης, η EKT αναλαμβάνει και κεφαλαιοποιεί τα χρεολύσια κάθε χώρας της Ευρωζώνης και τους τόκους του συνολικού δημόσιου χρέους της, για την πενταετία
    2016-2020. Το ποσό αυτό αποτελεί περίπου το 60% του χρέους των χωρών της Ευρωζώνης. Δεν θα υπάρξουν μεταβιβάσεις πόρων μεταξύ των χωρών: οι φορολογούμενοι δεν θα επιβαρυνθούν από τη διαδικασία αναδιάρθρωσης του δημόσιου χρέους οποιασδήποτε χώρας της Ευρωζώνης.
    Τα χρέη δεν διαγράφονται.

    Οι χώρες δεσμεύονται να επαναγοράσουν το χρέος αυτό, όταν θα έχει πέσει κάτω από το 20% του ΑΕΠ. Αντί για τεράστια πρωτογενή πλεονάσματα για την αποπληρωμή του χρέους, οι προοδευτικές κυβερνήσεις θα αποκτήσουν τον δημοσιονομικό χώρο για δαπάνες που να προωθούν την οικονομική ανάπτυξη και το κοινωνικό κράτος.

    Διαβάστε περισσότερα κάνοντας ΚΛΙΚ ΕΔΩ: http://www.theseis.com/images/stories/t129/theseis129-meleti-2.pdf

  • Έκθεση Ερευνητικού Προγράμματος | Ιούλιος 2014

    Συνεταιριστικό τραπεζικό σύστημα στην Ελλάδα

    Μια πρόταση για αγροτική επανεπένδυση και αστική επιχειρηματικότητα
    Η κρίση στην Ελλάδα είναι επίμονη και συνεχής. Μετά από έξι χρόνια βαθιάς ύφεσης, το πραγματικό ΑΕΠ έχει συρρικνωθεί κατά 25% και η ανεργία βρίσκεται κάπου στο 27%. Σαφώς, η αναζωογόνηση της ανάπτυξης και η δημιουργία θέσεων εργασίας πρέπει να βρίσκεται στην κορυφή της πολιτικής ατζέντας.

    Αλλά οι τράπεζες παραμένουν υποκεφαλαιοποιημένες και ο δανεισμός έχει περιοριστεί και επεκτείνεται μόνο προς τις πιο αξιόπιστες επιχειρήσεις και νοικοκυριά. Πολλές νεοσύστατες επιχειρήσεις και μικρομεσαίες επιχειρήσεις δεν έχουν σχεδόν καμία πρόσβαση σε αναπτυξιακά δάνεια, ενώ ακόμη και εκείνοι που έχουν πρόσβαση στην πίστωση είναι αναγκασμένοι να πληρώνουν υψηλά επιτόκια.

    Η επιτυχία των ιδρυμάτων μικρο-δανεισμού στις αναπτυσσόμενες χώρες (όπως η Grameen Bank στο Μπαγκλαντές) ανέδειξε τη θετική οικονομική επίδοση της κοινοτικά βασισμένης πίστωσης ενώ τέτοια μοντέλα δανεισμού έχουν αποδειχθεί ότι αποτελούν μια σημαντική εναλλακτική πολιτική για την αντιμετώπιση της φτώχειας σε περιοχές όπου είναι περιορισμένες οι μεταβιβαστικές πληρωμές. Τα κοινοτικά ή συνεταιριστικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα μπορεί να καλύψουν το κενό όταν τα υπάρχοντα ιδρύματα δεν μπορούν να εκτελέσουν επαρκώς κρίσιμες λειτουργίες του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, τους επιχειρηματίες και τα άτομα με χαμηλό εισόδημα, που αναζητούν μικρές μορφές χρηματοδότησης και άλλες τραπεζικές υπηρεσίες.

    Προτείνουμε την επέκταση της εμβέλειας και των υπηρεσιών των κοινοτικών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων στην Ελλάδα, αντλώντας διδάγματα από την εμπειρία των ΗΠΑ με την κοινοτική αναπτυξιακή τραπεζική και των διαφόρων συνεταιριστικών τραπεζών που λειτουργούν στην Ευρώπη. Οι κύριοι στόχοι αυτού του πανεθνικού συστήματος θα είναι η πρόσβαση σε πίστωση και σε διαδικασίες πληρωμών, καθώς και η δυνατότητα ευκαιριών αποταμίευσης, προς τις κοινότητες που δεν εξυπηρετούνται από τις μεγάλες εμπορικές ελληνικές τράπεζες.

    Το σχέδιο μας περιλαμβάνει προτάσεις για την οργάνωση των τραπεζών και ένα πλαίσιο εντός του οποίου θα πρέπει να πιστοποιούνται, να ρυθμίζονται και να εποπτεύονται από μια νεοσύστατη κεντρική συνεταιριστική τράπεζα. Επίσης, εξετάζει τις πιθανές επιπτώσεις που θα μπορούσε να έχει ένα τέτοιο δίκτυο, ιδίως όσον αφορά τις νεοσύστατες επιχειρήσεις, τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και την αγροτική ανάπλαση (αγροτουρισμός)—όλα από τα οποία είναι ζωτικής σημασίας για την έξοδο της Ελλάδας από την ύφεση.

  • Η Κατάσταση στις Οικονομίες της Λατινικής Αμερικής

  • ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚH ΕΡΓΑΣΙΑ ΥΠΟ ΕΞΕΛΙΞΗ No. 728 | Ιούλιος 2012

    Η κατανόηση των κρίσεων στη Λατινική Αμερική

    Μια μετα-κεϋνσιανή προσέγγιση
    Η συμβατική σοφία σχετικά με τους επιχειρηματικούς κύκλους στη Λατινική Αμερική υποθέτει ότι οι νομισματικοί κλυδωνισμοί προκαλούν αποκλίσεις από τη βέλτιστη πορεία και ότι ο παράγοντας ενεργοποίησης του κύκλου είναι η υπερβολική πίστωση και η ρευστότητα. Περαιτέρω, με βάση αυτήν την άποψη, η προέλευση της οικονομικής συστολής σχετίζεται σε τελική ανάλυση με τις υπερβολές κατά τη διάρκεια της διαστολής. Για το λόγο αυτό, συνάγεται ότι για να αποφευχθούν οι χειρότερες συνθήκες κατά τη διάρκεια της καθοδικής πορείας του κύκλου (“bust”) θα πρέπει να εφαρμοστούν περιοριστικές οικονομικές πολιτικές κατά τη διάρκεια της επέκτασης, συμπεριλαμβανομένων των περιοριστικών δημοσιονομικών και νομισματικών πολιτικών. Στην παρούσα εργασία αναπτύσσουμε μια εναλλακτική προσέγγιση που προτείνει ότι o δημοσιονομικός περιορισμός μπορεί να μην έχει σημαντικό αντίκτυπο στη μείωση των κινδύνων μιας κρίσης, και ότι ο υπερβολικός δημοσιονομικός συντηρητισμός θα μπορούσε στην πραγματικότητα να επιδεινώσει τα προβλήματα. Στην περίπτωση της Κεντρικής Αμερικής, οι προσπάθειες να μειωθούν οι δημοσιονομικές ανισορροπίες, σε συνδυασμό με τα συνεχιζόμενα ελλείμματα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, υπονοούν ότι οι οικονομικές εισροές, με τα εμβάσματα να είναι ιδιαίτερα σημαντικά σε ορισμένες περιπτώσεις, διαμόρφωσαν τις συνθήκες για την επέκταση της άνθησης της ιδιωτικής δαπάνης που αποδείχθηκε μη βιώσιμη όταν η Μεγάλη Κάμψη οδήγησε σε απότομη πτώση την εξωτερική χρηματοδότηση. Στην περίπτωση της Νότιας Αμερικής, η έκρηξη των commodities δημιούργησε συνθήκες για ανάπτυξη χωρίς να επηρεαστεί ο εξωτερικός περιορισμός. Στο πλαίσιο της Νότιας Αμερικής, ο δημοσιονομικός περιορισμός έχει ως αποτέλεσμα να καταγραφούν, σε ορισμένες περιπτώσεις, χαμηλότερα ποσοστά ανάπτυξης. Ωστόσο, η χαμηλότερη εξάρτηση σε εξωτερικούς πόρους έκανε τις χώρες της Νότιας Αμερικής λιγότερο ευάλωτες στα εξωτερικά κύματα κλονισμού της Μεγάλης Κάμψης από τις οικονομίες της Κεντρικής Αμερικής.
    Αρχείο:
    Σχετικό Πρόγραμμα:
    Συγγραφέας/είς:
    Esteban Pérez Caldentey Matías Vernengo

  • Η Κατάσταση στις Υπόλοιπες Οικονομίες του Κόσμου

  • ΜΟΝΟΣΕΛΙΔΟ No. 44 | Δεκέμβριος 2013

    Επιλογές οικονομικής πολιτικής για την Κίνα

    Ο ρόλος της δημοσιονομικής πολιτικής στον περιορισμό της χρηματοοικονομικής ευθραυστότητας
    Με την εφαρμογή της πολιτικής του ανοίγματος της οικονομίας, πριν από περίπου 35 χρόνια, η Κίνα απολαμβάνει υψηλά επίπεδα οικονομικής ανάπτυξης και άνοδο του βιοτικού επιπέδου για μεγάλο μέρος του πληθυσμού της. Ωστόσο, κάποιοι αναλυτές υποστηρίζουν ότι η Κίνα ενδέχεται να μην εξελιχθεί σε χώρα υψηλού εισοδήματος, υποτιμώντας με αυτόν τον τρόπο την ικανότητα της κινεζικής οικονομίας να συνεχίσει να αυξάνεται με ταχείς ρυθμούς. Τα ποσοστά ανάπτυξης στην Κίνα μάλλον θα μειωθούν στο μέλλον, αλλά η χώρα μπορεί να συνεχίσει την πορεία της στην ένταξη των οικονομιών με υψηλό εισόδημα εφόσον καταφέρει η κυβέρνηση να αναγνωρίζει και να χρησιμοποιήσει τα εργαλεία οικονομικής πολιτικής που είναι στη διάθεσή της.
    Αρχείο:
    Σχετικό Πρόγραμμα:
    Συγγραφέας/είς:

  • ΚΕΙΜΕΝO ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ No. 119 | Αύγουστος 2011

    Οι αντιφάσεις της εξαγωγικής ανάπτυξης

    Το μοντέλο της εξαγωγικής ανάπτυξης είναι μια αναπτυξιακή στρατηγική που στοχεύει σε αυξανόμενη παραγωγική ικανότητα εστιάζοντας στις ξένες αγορές. Κυριάρχησε προς το τέλος της δεκαετίας του ’70 και έγινε μέρος μιας καινούργιας συναίνεσης ανάμεσα στους οικονομολόγους σχετικά με τα οφέλη του διεθνούς «ανοίγματος» της οικονομίας.

    Σύμφωνα με τον Thomas I. Palley, το μοντέλο αυτό έχει εξαντλήσει τα περιθώρια του λόγω των μεταβαλλόμενων συνθηκών στις οικονομίες αναδυόμενων αγορών καθώς και στις ανεπτυγμένες οικονομίες. Ο συγγραφέας σκιαγραφεί τα στάδια εξέλιξης του μοντέλου της εξαγωγικής ανάπτυξης που οδήγησαν στην υιοθέτησή του παγκοσμίως, καθώς και τις διάφορες επικρίσεις κατά της ατζέντας που έχουν γίνει αρκετά προφητικές. Ολοκληρώνει με το επιχείρημα ότι θα πρέπει να μειώσουμε την εξάρτηση σε στρατηγικές που στοχεύουν στην προσέλκυση άμεσων ξένων επενδύσεων με εξαγωγικό προσανατολισμό και να θεσπίσουμε ένα νέο παράδειγμα στηριζόμενο στο μοντέλο της ανάπτυξης της εγχώριας ζήτησης. Διαφορετικά, είναι πολύ πιθανό να βιώσει η παγκόσμια οικονομία ασυμμετρική στασιμότητα και αυξανόμενες οικονομικές εντάσεις μεταξύ αναδυόμενων αγορών και βιομηχανικών οικονομιών.

  • Ισότητα των Φύλων και Οικονομία

  • ΚΕΙΜΕΝO ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ No. 138 | Οκτώβριος 2014

    Μετά τη λιτότητα – Οι επιπτώσεις της πρότασης της εγγυημένης απασχόλησης για την Ελλάδα

    Για την ενεργοποίηση-κινητοποίηση του σοβαρά υποαπασχολούμενου εργατικού δυναμικού στην Ελλάδα και την αντιμετώπιση των κοινωνικών και οικονομικών κινδύνων που πηγάζουν μέσα από τη επίμονη ανεργία, προτείνουμε την άμεση εφαρμογή ενός προγράμματος άμεσης δημιουργίας θέσεων κοινωφελούς, δηλαδή ένα ελληνικό «New Deal». Η υλοποίηση ενός προγράμματος εγγυημένης απασχόλησης θα προσφέρει εργασία στους ανέργους, με τον κατώτατο μισθό, για έργα παροχής δημόσιων αγαθών και υπηρεσιών. Η πολιτική αυτή θα έχει σημαντικές θετικές επιπτώσεις στην οικονομία από την άποψη της παραγωγής και της απασχόλησης. Επίσης, αν ληφθεί υπόψη ότι από τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας θα δημιουργηθούν νέα φορολογικά έσοδα, που θα μειώσουν σημαντικά το καθαρό κόστος της υλοποίησης του προγράμματος εγγυημένης απασχόλησης, η πρόταση αποτελεί ένα συγκριτικά ήπιο μέτρο δημοσιονομικής τόνωσης. Με ένα καθαρό κόστος της τάξης του 1% περίπου ή του 1,2% του ΑΕΠ (ανάλογα με το επίπεδο του προσφερόμενου μισθού), ένα πρόγραμμα εγγυημένης απασχόλησης μέσης εμβέλειας που θα περιλαμβάνει την άμεση δημιουργία 300.000 θέσεων εργασίας έχει τη δυνατότητα να μειώσει τον πληθυσμό των ανέργων κατά το ένα τρίτο ή και περισσότερο, από τη στιγμή που λαμβάνονται υπόψη τα έμμεσα αποτελέσματα της απασχόλησης. Και η έρευνά μας δείχνει ότι η πρόταση θα πετύχει όλα αυτά ενώ θα μειώσει την αναλογία του δημόσιου χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ, αφήνοντας έτσι ελάχιστα περιθώρια για δικαιολογίες.

  • ΜΟΝΟΣΕΛΙΔΟ No. 46 | Φεβρουάριος 2014

    Φτώχεια χρόνου και κατανάλωσης στην Τουρκία

    Το Μέτρο Φτώχειας Χρόνου και Κατανάλωσης του Levy Institute (LIMTCP) είναι ένα δισδιάστατο μέτρο που λαμβάνει υπόψη τόσο τις απαραίτητες καταναλωτικές δαπάνες όσο και το χρόνο που απαιτείται από τα νοικοκυριά για την επίτευξη ενός ελάχιστου επιπέδου διαβίωσης, παράγοντες που συχνά αγνοούνται από την επίσημη μέτρηση της φτώχιας. Στην περίπτωση της Τουρκίας, η εφαρμογή του LIMTCP αποκαλύπτει την ύπαρξη κρυφής φτώχειας για επιπλέον 7,6 εκατομμύρια άτομα, με αποτέλεσμα το ποσοστό φτώχειας να είναι 10 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερο από το επίσημο ποσοστό φτώχειας, που καταγράφεται στο 30%.

  • LIMTIP

  • ΚΕΙΜΕΝO ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ No. 132 | Μάιος 2014

    Πόσο φτωχή είναι η Τουρκία και τι μπορεί να γίνει

    H μέτρηση της σοβαρότητας της φτώχειας σε μια δεδομένη χώρα πρέπει να εξετάζει με έναν αρκετά περιεκτικό τρόπο το κατά πόσο τα άτομα και τα νοικοκυριά ξεπερνούν κάποιο βασικό όριο όσον αφορά την υλική ευημερία. Ωστόσο, αν και αυτό το σημείο πιθανώς να φαίνεται προφανές, στις περισσότερες περιπτώσεις οι επίσημες μετρήσεις της φτώχειας αποτυγχάνουν αυτή τη δοκιμασία, πολύ συχνά λόγω μια πολύ σημαντικής παράλειψης. Σε αυτό το κείμενο πολιτικής, ο ανώτατος μελετητής Ajit Zacharias και οι ερευνητές Thomas Masterson και Emel Memiş παρουσιάζουν μια εναλλακτική μέτρηση της φτώχειας για την Τουρκία, καθώς και τα διδάγματα πολιτικής που ακολουθούν. Η έρευνά τους αποκαλύπτει ότι ο αριθμός των ανθρώπων που ζουν σε συνθήκες φτώχειας, καθώς και το βάθος και η σοβαρότητα της στέρησής τους έχει υποτιμηθεί σημαντικά. Η έκθεση αυτή αποτελεί μέρος ενός μόνιμου πρότζεκτ του Levy Institute για τη φτώχεια χρόνου, το οποίο έχει παράγει ερευνητικά αποτελέσματα για χώρες της Λατινικής Αμερικής, την Κορέα, και τώρα τη Τουρκία, με στόχο την επέκταση αυτής της προσέγγισης και σε άλλες χώρες.

  • ΜΟΝΟΣΕΛΙΔΟ No. 45 | Ιανουάριος 2014

    Έλλειμμα χρόνου και κρυφή φτώχεια στην Κορέα

    Τα επίσημα ποσοστά φτώχειας στην Κορέα και σε άλλες χώρες αγνοούν το γεγονός ότι η άμισθη παραγωγή των νοικοκυριών συμβάλλει στην εκπλήρωση των υλικών αναγκών και των επιθυμιών που είναι απαραίτητες για την επίτευξη ενός ελάχιστου επιπέδου διαβίωσης. Με το να θεωρούνται δεδομένες οι δουλειές του νοικοκυριού, οι επίσημες εκτιμήσεις παρέχουν ανακριβή μέτρηση του εύρους και του βάθους της φτώχειας και μπορεί να οδηγήσουν τους χαράκτες πολιτικής σε εσφαλμένα συμπεράσματα.

  • Κατανομή Εισοδήματος και Πλούτου

  • ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ No. 4 | Ιούνιος 2014

    Μια δεκαετία στασιμότητας των μισθών

    Στα τέλη της δεκαετίας του 1990, τα χαμηλά ποσοστά ανεργίας, οι αυξήσεις του κατώτατου μισθού και οι βελτιώσεις στην παραγωγικότητα της εργασίας συνέβαλαν στην άνοδο των μισθών, που μεταφράστηκε σε μια αθροιστική αύξηση των πραγματικών μισθών της τάξης του 12,4% από τα τέλη της δεκαετίας του 1990 μέχρι το 2002. Οι πραγματικοί μισθοί έμειναν στάσιμοι στη συνέχεια, παρά την συνεχιζόμενη αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας. Η περίοδος μεταξύ 2002 και 2013 έχει γίνει γνωστή ως η δεκαετία της στασιμότητας των μισθών. Ωστόσο, την ίδια χρονική περίοδο υπήρξαν σημαντικές αλλαγές στη σύνθεση της αγοράς εργασίας. Συγκεκριμένα, το εργατικό δυναμικό γερνάει και γίνεται πιο ειδικευμένο. Η αύξηση ηλικίας, εργασιακής εμπειρίας και μορφωτικού επιπέδου θα μπορούσαν κάλλιστα να οδηγήσουν στην αύξηση των πραγματικών μισθών, πράγμα που σημαίνει ότι οι μισθοί των εργαζομένων μιας συγκεκριμένης ηλικιακής διάρθρωσης και ενός συγκεκριμένου μορφωτικού προφίλ μπορεί στην πραγματικότητα να μειώθηκαν κατά τη διάρκεια της δεκαετίας. Κι αυτό ακριβώς αποκαλύπτει το παρόν σημείωμα πολιτικής: μια δεκαετία φαινομενικά στάσιμων μισθών ήταν στην πραγματικότητα μια δεκαετία πτωτικής τάσης των πραγματικών μισθών για τους εργαζόμενους ενός συγκεκριμένου ηλικιακού και μορφωτικού προφίλ.
    Αρχείο:
    Σχετικό Πρόγραμμα:
    Συγγραφέας/είς:
    Fernando Rios-Avila Julie L. Hotchkiss

  • ΚΕΙΜΕΝO ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ No. 132 | Μάιος 2014

    Πόσο φτωχή είναι η Τουρκία και τι μπορεί να γίνει

    H μέτρηση της σοβαρότητας της φτώχειας σε μια δεδομένη χώρα πρέπει να εξετάζει με έναν αρκετά περιεκτικό τρόπο το κατά πόσο τα άτομα και τα νοικοκυριά ξεπερνούν κάποιο βασικό όριο όσον αφορά την υλική ευημερία. Ωστόσο, αν και αυτό το σημείο πιθανώς να φαίνεται προφανές, στις περισσότερες περιπτώσεις οι επίσημες μετρήσεις της φτώχειας αποτυγχάνουν αυτή τη δοκιμασία, πολύ συχνά λόγω μια πολύ σημαντικής παράλειψης. Σε αυτό το κείμενο πολιτικής, ο ανώτατος μελετητής Ajit Zacharias και οι ερευνητές Thomas Masterson και Emel Memiş παρουσιάζουν μια εναλλακτική μέτρηση της φτώχειας για την Τουρκία, καθώς και τα διδάγματα πολιτικής που ακολουθούν. Η έρευνά τους αποκαλύπτει ότι ο αριθμός των ανθρώπων που ζουν σε συνθήκες φτώχειας, καθώς και το βάθος και η σοβαρότητα της στέρησής τους έχει υποτιμηθεί σημαντικά. Η έκθεση αυτή αποτελεί μέρος ενός μόνιμου πρότζεκτ του Levy Institute για τη φτώχεια χρόνου, το οποίο έχει παράγει ερευνητικά αποτελέσματα για χώρες της Λατινικής Αμερικής, την Κορέα, και τώρα τη Τουρκία, με στόχο την επέκταση αυτής της προσέγγισης και σε άλλες χώρες.

  • Πολιτική Απασχόλησης και Αγορές Εργασίας

  • ΚΕΙΜΕΝO ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ No. 138 | Οκτώβριος 2014

    Μετά τη λιτότητα – Οι επιπτώσεις της πρότασης της εγγυημένης απασχόλησης για την Ελλάδα

    Για την ενεργοποίηση-κινητοποίηση του σοβαρά υποαπασχολούμενου εργατικού δυναμικού στην Ελλάδα και την αντιμετώπιση των κοινωνικών και οικονομικών κινδύνων που πηγάζουν μέσα από τη επίμονη ανεργία, προτείνουμε την άμεση εφαρμογή ενός προγράμματος άμεσης δημιουργίας θέσεων κοινωφελούς, δηλαδή ένα ελληνικό «New Deal». Η υλοποίηση ενός προγράμματος εγγυημένης απασχόλησης θα προσφέρει εργασία στους ανέργους, με τον κατώτατο μισθό, για έργα παροχής δημόσιων αγαθών και υπηρεσιών. Η πολιτική αυτή θα έχει σημαντικές θετικές επιπτώσεις στην οικονομία από την άποψη της παραγωγής και της απασχόλησης. Επίσης, αν ληφθεί υπόψη ότι από τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας θα δημιουργηθούν νέα φορολογικά έσοδα, που θα μειώσουν σημαντικά το καθαρό κόστος της υλοποίησης του προγράμματος εγγυημένης απασχόλησης, η πρόταση αποτελεί ένα συγκριτικά ήπιο μέτρο δημοσιονομικής τόνωσης. Με ένα καθαρό κόστος της τάξης του 1% περίπου ή του 1,2% του ΑΕΠ (ανάλογα με το επίπεδο του προσφερόμενου μισθού), ένα πρόγραμμα εγγυημένης απασχόλησης μέσης εμβέλειας που θα περιλαμβάνει την άμεση δημιουργία 300.000 θέσεων εργασίας έχει τη δυνατότητα να μειώσει τον πληθυσμό των ανέργων κατά το ένα τρίτο ή και περισσότερο, από τη στιγμή που λαμβάνονται υπόψη τα έμμεσα αποτελέσματα της απασχόλησης. Και η έρευνά μας δείχνει ότι η πρόταση θα πετύχει όλα αυτά ενώ θα μειώσει την αναλογία του δημόσιου χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ, αφήνοντας έτσι ελάχιστα περιθώρια για δικαιολογίες.

  • ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚH ΕΡΓΑΣΙΑ ΥΠΟ ΕΞΕΛΙΞΗ No. 789 | Μάρτιος 2014

    Πλήρης Απασχόληση

    Ένας δρόμος που δεν ακολουθήθηκε
    Είναι κοινώς γνωστό ότι ο John Maynard Keynes υπήρξε ο βασικός υποστηρικτής του κρατικού παρεμβατισμού για την αντιμετώπιση της ύφεσης και της ανεργίας. Αυτό που δεν είναι ευρέως γνωστό είναι ότι οι σύγχρονες «κεϋνσιανές πολιτικές» δεν έχουν τίποτα το κοινό με τα μέτρα πολιτικής που ο ίδιος ο Keynes θεωρούσε απαραίτητα για την επίτευξη της μακροπρόθεσμης, πλήρους πραγματικής απασχόλησης. Η παρούσα εργασία έχει ως σκοπό να διορθωθεί αυτή η παρανόηση και να περιγράψει τον δρόμο που δεν ακολουθήθηκε—δηλαδή το μακροπρόθεσμο πρόγραμμα για την πλήρη απασχόληση που υπάρχει στα γραπτά του Keynes και που επεξεργάστηκαν μετέπειτα οικονομολόγοι, αλλά το έργο των οποίων δεν αναφέρεται στα οικονομικά εγχειρίδια του κυρίαρχου ρεύματος και δεν λαμβάνεται υπόψη από τους χαράκτες πολιτικής. Η ανάλυση που ακολουθεί επικεντρώνεται στους λόγους για τους οποίους ο ιδιωτικός τομέας αδυνατεί, συνήθως, να παράγει πλήρη απασχόληση, ακόμα και κατά τη διάρκεια περιόδων οικονομικής επέκτασης και υπό καθεστώς κρατικού παρεμβατισμού, και επιχειρηματολογεί για ποιο λόγο η δουλειά των χαρακτών πολιτικής δεν είναι να «τσιγκλούν» τις ιδιωτικές επιχειρήσεις να δημιουργήσουν θέσεις εργασίας για όλους, αλλά να το πράξουν οι ίδιοι άμεσα ως ζήτημα ύστατης προσφυγής. Η εργασία εξετάζει διάφορες πολιτικές άμεσης δημιουργίας θέσεων εργασίας στο πλαίσιο της φιλοσοφίας του Keynes για την πλήρη απασχόληση.

Συνεργασία του Levy Institute με το ΙΝΕ/ΓΣΕΕ

Το Levy Institute ανέπτυξε συνεργασία με το Ινστιτούτο Εργασίας της Γενικής Συνομοσπονδίας των Εργατών Ελλάδας (ΙΝΕ-ΓΣΕΕ) για τον σχεδιασμό και την εφαρμογή ενός προγράμματος έκτακτης ανάγκης για τη δημιουργία νέων θέσεων απασχόλησης στον τομέα της κοινωνικής οικονομίας στην Ελλάδα στο πλαίσιο της πρότασης του Χάιμαν Μίνσκι για έναν «εργοδότη εσχάτης προσφυγής».

Press Room

H αναιμική ανάπτυξη δεν επαρκεί για την Ελλάδα

Συνέντευξη με τον Δημήτρη Β. Παπαδημητρίου στο Συνέδριο Μίνσκι του Levy Institute στην Αθήνα

Lex Hoogduin: Tα προγράμματα της ΕΚΤ δεν είναι λύση για τις ΜμΕ


Στα Media