Δημοσιεύσεις στα Ελληνικά

ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ | Απρίλιος 2012
Αν και η οικονομία φαίνεται να βελτιώνεται σταδιακά, οι ευρείς δείκτες καταγράφουν ότι το 14.5% του αμερικανικού εργατικού δυναμικού είναι άνεργο ή υποαπασχολήσιμο, ποσοστό όχι πολύ χαμηλότερο από το 16.2% που ήταν πέρυσι. Στην καινούργια έκθεση της σειράς Στρατηγική Ανάλυση, αναφερόμαστε αρχικά στους βραδυκίνητους παράγοντες που δυσκολεύουν την επίτευξη μιας ολοκληρωμένης και βιώσιμης οικονομικής ανάκαμψης: (α) μια επίμονη μετατόπιση στην διανομή του εισοδήματος προς το ανώτατο 1% του πληθυσμού, (β) αποτυχία στην προσπάθεια πλήρους σταθεροποίησης και επανελέγχου του χρηματοοικονομικού συστήματος, (γ) σοβαρά δημοσιονομικά προβλήματα για τις πολιτειακές και τοπικές κυβερνήσεις, και (δ) συνεχιζόμενες αρνητικές επιπτώσεις από την χρηματοοικονομική κρίση του 2008 για πολλά νοικοκυριά και τους ισολογισμούς πολλών επιχειρήσεων. Αυτοί οι παράγοντες συμβάλουν ώστε η απασχόληση να μην ανακάμπτει αρκετά γρήγορα, παρά το υποτιθέμενο τέλος της οικονομικής κάμψης. Εν τω μεταξύ, οι δημόσιες επενδύσεις σε όλα τα επίπεδα διακυβέρνησης μειώθηκαν από 3.7% του ΑΕΠ το 2008 σε 3.2% στο τέταρτο τρίμηνο του 2011, εξηγώντας κατά κάποιο τρόπο την αδύναμη εικόνα της οικονομίας.

Σε αυτή την έκθεση χρησιμοποιούμε το μακροοικονομικό μοντέλο του Ινστιτούτου Οικονομικών Levy για να προσομοιώσουμε την κατάσταση της οικονομίας κάτω από τα τέσσερα ακόλουθα σενάρια: (1) ένα σενάριο ιδιωτικού δανεισμού, όπου εντοπίζουμε το απαιτούμενο ποσό σχετικά με τον καθαρό δανεισμό/καθαρή δανειοδότηση για να επιτευχθεί η πορεία της αύξησης της απασχόλησης κάτω από τις σημερινές πολιτικές του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κογκρέσου, σε μια έκθεση που ξεχειλίζει από υπερβολική αισιοδοξία και προκατάληψη εναντίον των ελλειμμάτων, (2) ένα πιο αληθοφανές σενάριο, όπου υποθέτουμε ότι η κυβέρνηση έχει επεκτείνει τις περισσότερες φορολογικές ελαφρύνσεις και ότι ο δανεισμός των νοικοκυριών αυξάνεται με πιο λογικούς ρυθμούς από ότι στο προηγούμενο σενάριο, και (3) ένα σενάριο δημοσιονομικής τόνωσης της οικονομίας, στο οποίο προσομοιώνουμε τις επιπτώσεις μιας αύξησης της τάξης του 1% στις κρατικές επενδύσεις.

Τα αποτελέσματα αποκαλύπτουν τη σημασία της συσσώρευσης χρέους ως μέτρο στην διαμόρφωση της μακροοικονομικής πολιτικής. Το πρώτο σενάριο αναπαράγει τις σχετικά αισιόδοξες προβλέψεις του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κογκρέσου για την απασχόληση, αλλά τα αποτελέσματά μας δείχνουν ότι το σενάριο ανάπτυξης με οδηγητή τον ιδιωτικό τομέα επαναφέρει τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις σε τρομακτικά υψηλά επίπεδα χρέους. Σημειώνουμε ότι οι προβλέψεις του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κογκρέσου χρησιμοποιούν ένα ορθόδοξο μοντέλο που έχει αρκετά ουσιώδη ψεγάδια. Αυτό επιτρέπει στο Γραφείο Προϋπολογισμού του Κογκρέσου να καταλήγει στο λανθασμένο συμπέρασμα ότι οι σημερινές πολιτικές θα μειώσουν το ποσοστό ανεργίας δίχως να αυξήσουν τα επίπεδα χρέους για τον ιδιωτικό τομέα.

Οι πολιτικές που αξιολογούμε στο δεύτερο σενάριο δεν δείχνουν να είναι καλύτερες, παρά το ότι διακρίνονται από μια πιο χαλαρή δημοσιονομική στάση. Τέλος, το τρίτο σενάριο στην ανάλυσή μας αποδεικνύει ότι ακόμη και μια μικρή αύξηση στις κρατικές επενδύσεις χρηματοδοτούμενες από φόρους θα μπορούσαν να μειώσουν σημαντικά το ποσοστό ανεργίας—περίπου κατά 0.5%. Ένα πακέτο δημοσιονομικών κινήτρων αυτού του μεγέθους είναι πολιτικά εφικτό στην παρούσα φάση. Όμως, τα αποτελέσματα της ανάλυσής που πραγματοποιήσαμε μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι θα χρειαστεί ένα πολύ μεγαλύτερο πακέτο δημοσιονομικών μέτρων τόνωσης της οικονομίας προκειμένου να μειωθεί η ανεργία σε αποδεκτά επίπεδα για τους περισσότερους χαράκτες πολιτικής.

ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ | Δεκέμβριος 2011
Η δημοσιονομική λιτότητα είναι πλέον ένα παγκόσμιο φαινόμενο και η επιβράδυνση της παγκόσμιας ανάπτυξης δεν ευνοεί τις προοπτικές της δημοσιονομικής πολιτικής σε εθνικό επίπεδο. Σύμφωνα με τις baseline προβλέψεις της Ομάδας Μακροοικονομικής Ανάλυσης στο Ινστιτούτο Οικονομικών Λίβι, οι φόβοι για μια οικονομική στασιμότητα μεγάλης διάρκειας και μια παγωμένη αγορά εργασίας είναι απόλυτα δικαιολογημένοι. Υποθέτοντας ότι δεν θα προκύψει οποιαδήποτε αλλαγή στην τιμή του δολαρίου ή στα επιτόκια, και πως το έλλειμα, με βάση το πλέον πρόσφατο σενάριο «μη αυξομείωσης» του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κογκρέσου, θα παραμείνει στα ίδια επίπεδα, η ανάπτυξη θα παραμείνει πολύ αδύναμη έως το 2016 και η ανεργία θα ξεπεράσει το 9%.

Σε ένα εναλλακτικό σενάριο, οι συγγραφείς προσομοιώνουν την επίπτωση των νέων μέτρων λιτότητας που αντιστοιχούν με την εφαρμογή μεγάλων περικοπών στις δημόσιες δαπάνες. Στο σενάριο αυτό, η ανάπτυξη πέφτει στο 0.6% στο δεύτερο τρίμηνο του 2014 προτού εξισορροπηθεί στο 1%, ενώ η ανεργία αυξάνεται στο 10.7% έως το τέλος του 2016. Στο σενάριο δημοσιονομικών κινήτρων, η ανάπτυξη του πραγματικού ΑΕΠ αυξάνεται πολύ γρήγορα, η ανεργία μειώνεται στο 7.2%, και το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών των ΗΠΑ φτάνει στο 1.9% έως το τέλος του 2016 – με μια αναλογία χρέους προς ΑΕΠ, η οποία, στο 97.4%, είναι λίγο υψηλότερη από αυτή στο baseline σενάριο.

Μια εξαγωγική αναπτυξιακή στρατηγική δεν πρόκειται να πετύχει τίποτα παραπάνω από το να αποσπάσει ένα μικρό οσοστό πελατών από τις άλλες εξαγωγικές χώρες, ενώ οι συγγραφείς δεν περιμένουν καμία καθαρή συνεισφορά στην ανάπτυξη της συνολικής ζήτησης από τον χρηματοοικονομικό τομέα. Τονίζουν ότι επιπλέον μέτρα δημοσιονομικών κινήτρων είναι απαραίτητα, αλλά η επιβολή ενός νέου γύρου λιτότητας θα μπορούσε να εξελιχθεί σε μια ιδιαίτερα επικίνδυνη κατάσταση για την Ουάσινγκτον.

Ειδικη Εκθεση | Ιανουάριος 2012
Είναι βιώσιμη;

Αρχείο:
Σχετικό Πρόγραμμα:
Συγγραφέας/είς:
Γεώργιος Αργείτης Μαρία Νικολαϊδη

ΚΕΙΜΕΝO ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ No. 121 | Νοέμβριος 2011
Ποιος πληρώνει για το Ευρωπαϊκό κυρίαρχο χρέος και τις ζημίες από τα ενυπόθηκα δάνεια υψηλού κινδύνου;
Στο πλαίσιο της κρίσης χρέους στην ευρωζώνη και της κρίσης στην αγορά των ενυπόθηκων δανείων υψηλού κινδύνου στις ΗΠΑ, ο Ανώτατος Μελετητής Jan Kregel εξετάζει το ερώτημα πως θα έπρεπε να διανείμουμε τις απώλειες μεταξύ δανειοληπτών και δανειστών σε περιπτώσεις αναδιάρθρωσης του χρέους. Ο Kregel αντιτίθεται σε μια κυρίαρχη προσέγγιση αυτού του ερωτήματος που είναι συνυφασμένη με την ανάλυση της ατομικής δράσης και των συμπεριφοριστικών χαρακτηριστικών—μια προσέγγιση που τείνει προς το συμπέρασμα ότι ο δανειολήπτης πρέπει να επιφορτιστεί όλο το φορτίο του χρέους που έχει προς τον πιστωτή. Η εικασία πίσω από αυτό το είδος ανάλυσης είναι ότι εφόσον ο οφειλέτης (ο φερόμενος ως δόλιος δανειολήπτης του ενυπόθηκου δανείου υψηλού ρίσκου ή ο υποθετικά σπάταλος Ελληνας) είναι η αιτία της ζημίας, ο οφειλέτης πρέπει να επωμιστεί το φορτίο χρέους.

ΚΕΙΜΕΝO ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ No. 119 | Αύγουστος 2011
Το μοντέλο της εξαγωγικής ανάπτυξης είναι μια αναπτυξιακή στρατηγική που στοχεύει σε αυξανόμενη παραγωγική ικανότητα εστιάζοντας στις ξένες αγορές. Κυριάρχησε προς το τέλος της δεκαετίας του ’70 και έγινε μέρος μιας καινούργιας συναίνεσης ανάμεσα στους οικονομολόγους σχετικά με τα οφέλη του διεθνούς «ανοίγματος» της οικονομίας.

Σύμφωνα με τον Thomas I. Palley, το μοντέλο αυτό έχει εξαντλήσει τα περιθώρια του λόγω των μεταβαλλόμενων συνθηκών στις οικονομίες αναδυόμενων αγορών καθώς και στις ανεπτυγμένες οικονομίες. Ο συγγραφέας σκιαγραφεί τα στάδια εξέλιξης του μοντέλου της εξαγωγικής ανάπτυξης που οδήγησαν στην υιοθέτησή του παγκοσμίως, καθώς και τις διάφορες επικρίσεις κατά της ατζέντας που έχουν γίνει αρκετά προφητικές. Ολοκληρώνει με το επιχείρημα ότι θα πρέπει να μειώσουμε την εξάρτηση σε στρατηγικές που στοχεύουν στην προσέλκυση άμεσων ξένων επενδύσεων με εξαγωγικό προσανατολισμό και να θεσπίσουμε ένα νέο παράδειγμα στηριζόμενο στο μοντέλο της ανάπτυξης της εγχώριας ζήτησης. Διαφορετικά, είναι πολύ πιθανό να βιώσει η παγκόσμια οικονομία ασυμμετρική στασιμότητα και αυξανόμενες οικονομικές εντάσεις μεταξύ αναδυόμενων αγορών και βιομηχανικών οικονομιών.

ΚΕΙΜΕΝO ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ No. 112 | Ιούνιος 2010
Ο Ανώτατος Μελετητής James K. Galbraith εξετάζει κριτικά την ψευδαίσθηση του να βλέ̟πει κανείς την οικονομία των ΗΠΑ μέσα από το πρίσμα της ελεύθερης αγοράς, της α̟πορρύθμισης, των ιδιωτικο̟ποιήσεων και μιας καλοπροαίρετης κυβέρνησης η οποία λειτουργεί κυρίως μέσω της νομισματικής σταθερο̟ποίησης—η ε̟πικρατούσα άποψη ανάμεσα στους οικονομολόγους τις τελευταίες τρείς δεκαετίες. Οι πραγματικές π̟ηγές της αμερικανικής ισχύος, ισχυρίζεται, βρίσκονται με εκείνους που διαχειρίζονται και ελέγχουν τους δημόσιους-ιδιωτικούς τομείς—ειδικά τους δημόσιους θεσμούς σε αυτούς τους τομείς—και οι οποίοι έχουν συνήθως μαζί τους μια π̟ολιτική ατνζέντα. Ο Galbraith αποκαλεί το πλαίσιο αυτό «το αρπακτικό κράτος»: μια κυβέρνηση που είναι απ̟οφασισμένη, όχι να αλλάξει τους κανόνες με κά̟ποιον ιδεαλιστικό τρόπο, αλλά να χρησιμοποιήσει τους υπάρχοντες θεσμούς για πολιτική πατρωνεία σε μεγάλη κλίμακα. Και η διαδικασίσ αυτή είναι στενά συνδεδεμένη με την χρηματοοικονομική απορρύθμιση.

ΚΕΙΜΕΝO ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ (HIGHLIGHTS) No. 114A | Σεπτέμβριος 2010
Στο νέο αυτό κείμενο δημόσιας πολιτικής, ο Πρόεδρος Δημήτρης Β. Παπαδημητρίου και ο Ερευνητικός Μελετητής Greg Hannsgen αξιολογούν τη σημερινή πορεία των δημοσίων ελλειμμάτων στις Ηνωμένες Πολιτείες στο πλαίσιο του κυβερνητικού χρέους και των δαπανών, της οικονομικής ανάκαμψης και της ανεργίας. Είναι ανένδοτοι ότι δεν υπάρχει τεκμηρίωση για την πεποίθηση ότι η μείωση δαπανών ή η αύξηση φόρων σε οποιοδήποτε κλίμακα θα μειώσει το ομοσπονδιακό έλλειμμα, πόσο μάλλον ότι θα οδηγήσει την οικονομία σε σταθερή ανάπτυξη. Οι μεγάλοι φόβοι σχετικά με τα πρόσφατα μέτρα τόνωσης της οικονομίας και την ταχεία ανάπτυξη της προσφοράς χρήματος αποδεικνύονται για άλλη μια φορά να είναι άκαιροι. Κατά την άποψη των συγγραφέων, πρέπει να βρούμε τη θέληση να αναζωογονήσουμε την κυβέρνηση και να διατηρήσουμε μια κεϋνσιανική στήριξη της οικονομίας ενώπιον μιας ιδεολογικής αντίθεσης και διαδεδομένης δυσπιστίας προς το ρόλο του κράτους.

ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ No. 4 | Μάρτιος 2012
Η ρίζα της ευρωπαϊκής κρίσης χρέους βρίσκεται στο γεγονός ότι οι επενδυτές ανησυχούν πως οι χώρες στην περιφέρεια της ευρωζώνης μπορεί να χρεοκοπήσουν. Αυτή η ανησυχία οδηγεί τους επενδυτές να απαιτούν μεγαλύτερα επιτόκια στα κρατικά ομόλογα των περιφερειακών χωρών. Αυτό συνεπώς που χρειάζεται είναι ένας τρόπος να μετατραπεί το περιφερειακό χρέος σε ασφαλές χρέος ενώ οι χώρες αυτές θα παραμείνουν χρήστες του ευρώ.

Μια απλή λύση σε αυτό το πρόβλημα θα ήταν να ξεκινήσουν οι περιφερειακές χώρες την έκδοση ενός νέου τύπου κρατικού χρέους—«ομόλογα με τη στήριξη φόρων». Αυτά τα χρεόγραφα θα είναι παρόμοια με τα σημερινά κρατικά ομόλογα, αλλά θα περιλαμβάνουν μια ρήτρα που θα υπογραμμίζει ότι εάν η χώρα που εκδίδει τα ομόλογα προχωρήσει σε αθέτηση πληρωμών—και μόνον εάν αυτό συμβεί—τα συγκεκριμένα ομόλογα θα είναι αποδεκτά για την πληρωμή φόρων στο εσωτερικό της συγκεκριμένης χώρας. Το ομόλογο με τη στήριξη φόρων θα θέσει ένα απόλυτο κατώτατο όριο κάτω από το οποίο η αξία του περιουσιακού στοιχείου δεν θα μπορούσε να πέσει, διασφαλίζοντας στους επενδυτές ότι το συγκεκριμένο ομόλογο είναι «καλό χρήμα», οδηγώντας σε χαμηλότερα επιτόκια και εξασφαλίζοντας με αυτόν τον τρόπο ότι οι περιφερειακές χώρες δεν θα οδηγηθούν σε χρεοκοπία.
Αρχείο:
Σχετικό Πρόγραμμα:
Συγγραφέας/είς:
Philip Pilkington Warren Mosler

ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ No. 3 | Μάρτιος 2012
Διαγραφή χρέους, επιστροφή στη δημοκρατική διακυβέρνηση και θεσμοθέτηση εναλλακτικών χρηματοοικονομικών συστημάτων—τώρα
Η κρίση του δυτικού χρηματοοικονομικού καπιταλισμού διανύει τώρα τον πέμπτο χρόνο της και έχει οδηγήσει τις προηγμένες φιλελεύθερες κοινωνίες σε οριακό σημείο. Εάν οι κυβερνήσεις συνεχίσουν να είναι το δεξί χέρι του χρηματιστικού κεφαλαίου και οι επίδοξοι πολιτικοί ηγέτες μαζορέτες των χρηματοδοτών τους, ένα καταστροφικό οικονομικό σενάριο δεν θα είναι κάτι το εξωπραγματικό, όπως κάποιοι θα ήθελαν να πιστεύουν. Κυβερνήσεις, βιομηχανικές επιχειρήσεις και νοικοκυριά βρίσκονται υπό τα δεσμά του χρέους, με αποτέλεσμα τα έσοδα από κάθε τομέα της οικονομίας να διοχετεύονται σε πληρωμές τόκων και καθυστερημένων οφειλών για τα διάφορα δάνεια που χορηγήθηκαν, σε μεγάλο βαθμό με καθαρά εκμεταλλευτικούς, ακόμα και δόλιους όρους. Τώρα, μετά από πολλά χρόνια οικοδόμησης ενός χρηματοπιστωτικού καθεστώτος τύπου Πόνζι, ο δυτικός καπιταλισμός αντιμετωπίζει τη τελική δοκιμασία των αντοχών του. Θα καταρρεύσει, οδηγώντας τον κόσμο σε μακροπρόθεσμη οικονομική αστάθεια και αυταρχικά πολιτικά καθεστώτα, ή θα βρει τη δύναμη και τη σοφία για μια μεγάλη επαναφορά;


ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ No. 1 | Μάρτιος 2012
Ζούμε σε έναν τρομακτικό κόσμο οικονομικής πολιτικής, στην εποχή του δογματισμού της ελεύθερης αγοράς όπου η οικονομική ιδεολογία είναι πέρα για πέρα λανθασμένη. Η πολιτική ηγεσία της Ευρώπης εφαρμόζει πολιτικές στυλ Χέρμπερτ Χούβερ, που βυθίζουν τις οικονομίες και παράγουν κοινωνική δυστυχία ως απόρροια της μαζικής ανεργίας.

Μια μεγάλης κλίμακας κυβερνητική παρέμβαση είναι απολύτως απαραίτητη για να ανακάμψει η οικονομία, αλλά η σημερινή μανία της δημόσιας πολιτικής, που επιβάλλει δημοσιονομική συρρίκνωση στα μέσα μιας ύφεσης, μπορεί να οδηγήσει μόνο σε καταστροφικά αποτελέσματα. Οι διασώσεις, για παράδειγμα, δεν έλυσαν την κρίση χρέους της Ελλάδας αλλά απλά ανέβαλλαν την επίσημη χρεοκοπία. Αυτό που απαιτείται είναι μια πολιτική και οικονομική επανάσταση, που θα περιλαμβάνει την επιστροφή σε κεϊνσιανά μέτρα και μια νέα θεσμική αρχιτεκτονική—τις Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης.

ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ No. 6 | Νοέμβριος 2011
Αν και δεν προήλθε από οικονομολόγο, η άκαιρη έκφραση «déjà vu ξανά από την αρχή» έρχεται πάντα στο μυαλό με το τέλος σχεδόν κάθε Συνόδου Κορυφής της ΕΕ τα τελευταία χρόνια, οι οποίες ολοκληρώνονται πάντα με την υπόσχεση ότι θα δοθεί μια «τελική λύση» στα προβλήματα που προκαλούνται από μια ολοένα και περισσότερο προβληµατική νομισματική ένωση. Αλλά είναι δύσκολο να ενθουσιαστεί κανείς με οποιαδήποτε λύση έχει προσφερθεί έως τώρα, επειδή όλες οι προτεινόμενες «λύσεις» αρνούνται να αναγνωρίσουν ότι το πρόβλημα της ευρωζώνης είναι ουσιαστικά πρόβλημα μιας ελαττωματικής χρηματοοικονομικής αρχιτεκτονικής. Η σημερινή κρίση οφείλεται στο γεγονός ότι η δημιουργία του ευρώ έχει στερήσει από τα έθνη την κυρίαρχη ικανότητά τους να εμπλακούν σε μια δημοσιονομική αντεπίθεση ενάντια σε απότομες εξωτερικές διαταραχές της ζήτησης του είδους που βιώσαμε το 2008. Και αυτό είναι ένα πρόβλημα που γιγαντώνεται εξαιτίας της συνεχιζόμενης απροθυμίας της «Τρόικα»—Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ), Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), και Διεθνές Νομισματικό Ταμείο—να εγκαταλείψει την δημοσιονομική λιτότητα ως αντάλλαγμα για στήριξη στα κρατικά ομόλογα αυτών των εθνών.

ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ No. 5 | Νοέμβριος 2011
Ένας από τους λόγους για την αποτυχία του Ecofin και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου να δώσουν λύση στην κρίση της ευρωζώνης είναι η αντίσταση σε εξαγορές χρέους, κρατικές εγγυήσεις, αλληλοασφάλιση και δημοσιονομικές μεταβιβάσεις μεταξύ κρατών-μελών. Ο Stuart Holland υποστηρίζει ότι κανένα από αυτά τα μέτρα δεν είναι απαραίτητο για να μετατραπεί ένα μέρος των εθνικών ομολόγων σε ευρωομόλογα ή για την καθαρή έκδοση ευρωομολόγων—δύο εναλλακτικές προσεγγίσεις στην κρίση χρέους που θα αντιστάθμιζαν τον κίνδυνο χρεοκοπίας και, με τη διασφάλιση του ευρώ ως αποθεματικό νόμισμα, θα συνείσφεραν να επιτευχθεί μια πιο ισορροπημένη παγκόσμια ανάπτυξη.

ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ No. 4 | Μάιος 2011
Προς το τέλος του 1930, καθώς το κραχ του Χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης το 1929 είχε αρχίσει να έχει αντίκτυπο στην πραγματική οικονομία των ΗΠΑ πτώση στις τιμές των εμπορευμάτων, μείωση της παραγωγής και αύξηση της ανεργίας ο Τζον Μέιναρντ Κέινς, στα τελευταία κεφάλαια του βιβλίου του «Η Πραγματεία για το Χρήμα» προκαλούσε τις νομισματικές αρχές να λάβουν «σκόπιμη και αποφασιστική δράση» για τη μείωση των επιτοκίων ώστε να αντιστραφεί η κρίση. Υποστηρίζει ότι έως ότου ληφθεί «εξαιρετικά ασυνήθιστη», «ανορθόδοξη» νομισματική πολιτική δράση «στο πλαίσιο αυτών των προτάσεων και αποτύχει, πρέπει, υπό το πρίσμα της επιχειρηματολογίας αυτής της πραγματείας, να παραδεχτούμε ότι το τραπεζικό σύστημα δεν μπορεί, αυτή τη φορά, να ελέγξει τον ρυθμό των επενδύσεων και, άρα, το επίπεδο των τιμών».

Οι «ανορθόδοξες» πολιτικές που προτείνει ο Κέινς είναι μια σχεδόν τέλεια περιγραφή του πειράματος της Κεντρικής Τράπεζας της Ιαπωνίας με την πολιτική των μηδενικών επιτοκίων τη δεκαετία του 1990 και το πείραμα της Ομοσπονδιακής Κεντρικής Τράπεζας των ΗΠΑ με την πολιτική των μηδενικών επιτοκίων και της ποσοτικής χαλάρωσης (QE1 και QE2) κατά τη διάρκεια της πρόσφατης κρίσης. Αυτά τα πειράματα αποτελούν κατά κάποιο τρόποι μια ανταπόκριση στην πρόκληση του Κέινς και υποβάλλουν σε δοκιμή τη θεωρία του για την ικανότητα της νομισματικής πολιτικής να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τις χρηματοοικονομικές κρίσεις. Η ανταπόκριση αυτή φαίνεται να είναι ένα ξεκάθαρο και σαφές Όχι.

ΜΟΝΟΣΕΛΙΔΟ No. 30 | Μάιος 2012
Ο Χάιμαν Μίνσκυ είχε συγκεκριμένες απόψεις για το πώς θα έπρεπε να αναδιαμορφωθεί το ρυθμιστικό σύστημα και η χρηματοοικονομική αρχιτεκτονική, και ένα από τα πολλά μαθήματα που μπορούμε να αντλήσουμε από το έργο του είναι ότι υπάρχει μια στενή σχέση ανάμεσα στον τρόπο που σκεφτόμαστε για την προοπτική της αστάθειας των χρηματοπιστωτικών αγορών και το πώς προσεγγίζουμε το ζήτημα της χρηματοοικονομικής ρύθμισης. Η ρύθμιση δεν μπορεί να είναι αποτελεσματική εάν βασίζεται απλά σε «αποσπασματικά» μέτρα που παράγονται ως αντίδραση στη σημερινή «στιγμή», έγραψε ο Μίνσκυ. Αυτό που πρέπει να γίνει είναι να αναδιαμορφωθεί η ίδια η δομή του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

ΜΟΝΟΣΕΛΙΔΟ No. 28 | Μάρτιος 2012
Σχεδόν δύο χρόνια αφότου η Ελλάδα έγινε το πρώτο κράτος-μέλος της ευρωζώνης που υποβλήθηκε σε σχέδιο διάσωσης από την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ), η χώρα είναι επίσημα χρεοκοπημένη. Σαφώς, δεν υπήρξε ποτέ καμία αμφιβολία για την τελική έκβαση, αλλά η αναδιάρθρωση των σχεδόν 200 δις ευρώ χρέους στον ιδιωτικό τομέα και η συμφωνία για ένα νέο πακέτο διάσωσης υποδηλώνουν κάτι πολύ σημαντικότερο—εν ολίγοις, την επίσημη μετατροπή ενός κυρίαρχου έθνους σε οφειλέτη ζόμπι προς την ΕΕ και το ΔΝΤ και ένα σενάριο καταστροφής που περιλαμβάνει την υποχρεωτικής του έξοδο από τη ζώνη του ευρώ.
ΜΟΝΟΣΕΛΙΔΟ No. 27 | Φεβρουάριος 2012
Η συντονισμένη συσταλτική πολιτική εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης εμπνέεται από την πεποίθησή της ότι αυτός είναι ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για την αντιμετώπιση της «κρίσης χρέους» στην ευρωζώνη. Ωστόσο, αγνοώντας τα ενδημικά προβλήματα της ανεργίας, της φτώχειας, και της έλλειψης στέγης—τα οποία έχουν ως βασική αιτία τη συρρίκνωση της οικονομικής δραστηριότητας—η ευρωπαϊκή οικονομική πολιτική αποκαλύπτει ένα διευρυνόμενο χάσμα με τον πραγματικό κόσμο.

ΜΟΝΟΣΕΛΙΔΟ No. 26 | Φεβρουάριος 2012
Βελτίωση της ανταγωνιστικότητας με τη μείωση του βιοτικού επιπέδου και αύξηση της φτώχειας
Το νέο πακέτο «διάσωσης» της Ελλάδας από την ΕΕ και το ΔΝΤ έχει να κάνει κυρίως με την περικοπή μισθών στον ιδιωτικό τομέα και την ισοπέδωση των εργασιακών δικαιωμάτων. Εν ολίγοις, δεν κάνει απολύτως τίποτα για να αντιμετωπίσει την οικονομική κρίση επειδή δεν έχει σχεδιαστεί για τη διάσωση της ελληνικής οικονομίας, η οποία βρίσκεται σε εμπόλεμη κατάσταση εδώ και τρία χρόνια. Στην πραγματικότητα, το νέο Μνημόνιο θα έχει το ανεπιθύμητο αποτέλεσμα της διατήρησης της χώρας σε έναν φαύλο κύκλο του χρέους—και θα οδηγήσει, τελικά, στην έξοδό της από το ευρώ.

ΜΟΝΟΣΕΛΙΔΟ No. 25 | Φεβρουάριος 2012
Η παγκόσμια χρηματοοικονομική κρίση του 2007–08 είναι το δεύτερο πιο καταστροφικό παγκόσμιο οικονομικό γεγονός των τελευταίων 80 ετών. Χάρη στα αυστηρά μέτρα λιτότητας και σε μια φανατική δέσμευση στη δημοσιονομική εξυγίανση, η συνολική οικονομία της Ευρώπης βρίσκεται τώρα πολύ κοντά σε κατάσταση στασιμότητας και εξαιρετικά υψηλά επίπεδα ανεργίας επικρατούν σε πολλές χώρες, ιδίως στην περιφέρεια της ευρωζώνης. Στην Ελλάδα, η κατάσταση είναι εντελώς εκτός ελέγχου, με το βιοτικό επίπεδο να επιστρέφει με ταχείς ρυθμούς στα επίπεδα της δεκαετίας του ΄60 και τον αριθμό των ανέργων να έχει φτάσει στο ένα εκατομμύριο (από ένα εργατικό δυναμικό 5 εκατομμυρίων). Το δεύτερο σχέδιο διάσωσης δεν θα κάνει τίποτα περισσότερο από το να αγοράσει ακόμα επιπλέον χρόνο (μία επίσημη πτώχευση είναι απλά αναπόφευκτη) για την ΕΕ ώστε να χτίσει τείχη προστασίας για την πρόληψη της εξάπλωσης της ελληνικής μετάδοσης στην υπόλοιπη περιφέρεια—και να προετοιμάσει το έδαφος για την έξοδο της Ελλάδας από το ευρώ.

ΜΟΝΟΣΕΛΙΔΟ No. 24 | Φεβρουάριος 2012
Είναι λανθασμένη η ερμηνεία της εξελισσόμενης καταστροφής στην Ευρώπη ως μια κρίση κρατικού χρέους. Το βασικό πρόβλημα δεν είναι η ασωτία των περιφερειακών λαών, αλλά η ίδια η αρχιτεκτονική της ευρωπαϊκής νομισματικής ένωσης -- μια αρχιτεκτονική κατασκευή που ακόμη και τώρα αποτελεί εμπόδιο σε μια ικανοποιητική επίλυση αυτής της κρίσης. Η κεντρική αδυναμία της ευρωπαϊκής νομισματικής ένωσης είναι ότι αφαιρεί από τις χώρες το δικαίωμα να έχουν το δικό τους νόμισμα χωρίς να τους παρέχει μια επαρκή δημοσιονομική ή νομισματική δομή. Με άλλα λόγια, η ευρωπαϊκή νομισματική ένωση είναι σαν τις Ηνωμένες Πολιτείες χωρίς το Υπουργείο Οικονομικών ή μια πλήρως λειτουργούσα Κεντρική Τράπεζα. Αν δεν αντιμετωπιστεί αυτή η βασική δομική αδυναμία, η ευρωζώνη θα συνεχίσει τον βηματισμό προς τον γκρεμό -- και θα απειλεί να συμπαρασύρει μαζί της το ήδη ετοιμόρροπο χρηματοπιστωτικό σύστημα των ΗΠΑ.

ΜΟΝΟΣΕΛΙΔΟ No. 23 | Δεκέμβριος 2011
Το εξαιρετικό εύρος και το μέγεθος της χρηματοοικονομικής κρίσης του 2007–09 προκάλεσαν μια εκπληκτική ανταπόκριση από την Fed στο πλαίσιο της λειτουργίας της ως δανειστής της εσχάτης προσφυγής. Υπάρχουν αρκετές εκτιμήσεις σχετικά με το συνολικό ποσό που παρείχε η Fed για τη διάσωση του χρηματοοικονομικού συστήματος. Η ίδια η Fed ισχυρίζεται ότι το ποσό ανέρχεται σε 1,2 τρις δολάρια, το Bloomberg το έχει υπολογίσει σε 7,7 τρις δολάρια (και το ποσό αυτό αφορά μόνο τις μεγαλύτερες τράπεζες), ενώ με βάση τις εκτιμήσεις του Κυβερνητικού Γραφείου Λογοδοσίας το συνολικό ποσό ανέρχεται σε 16 τρις δολάρια. Τώρα, όμως, μια καινούργια έρευνα που διεξάγεται ως μέρος ενός πρότζεκτ του Ιδρύματος Φορντ που διευθύνει ο Ανώτατος Μελετητής του Οικονομικού Ινστιτούτου Λίβι L. Randall Wray, ανακαλύπτει ότι οι δεσμεύσεις της Fed—υπό τη μορφή δανείων και αγοράς περιουσιακών στοιχείων προκειμένου να στηρίξει το παγκόσμιο χρηματοοικονομικό σύστημα—ξεπερνούν κατά πολύ ακόμη και τις υψηλότερες εκτιμήσεις.

ΜΟΝΟΣΕΛΙΔΟ No. 22 | Δεκέμβριος 2011
Καθώς η κρίση στην ευρωζώνη συνεχίζεται, και ενώ η οικονομία των ΗΠΑ συνεχίζει να έχει τα χάλια της, θα πρέπει να επανεξετάσουμε τι πραγματικά συμβαίνει και να ακονίσουμε τα πολιτικοοικονομικά μας εργαλεία με το να λάβουμε υπόψη ότι αυτό που λαμβάνει μέρος σήμερα στις ανεπτυγμένες οικονομίες μπορεί να μην είναι απλά μια τραπεζική ή μια χρηματοοικονομική κρίση αλλά μια ευρύτερη κρίση του καπιταλισμού.

ΜΟΝΟΣΕΛΙΔΟ No. 21 | Νοέμβριος 2011
Το μέλλον της ευρωζώνης
Με την κρίση στην ευρωζώνη να απειλεί την ακεραιότητα της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Γερμανίδα καγκελάριος Αγκελα Μέρκελ συνεχίζει να απορρίπτει το κάλεσμα για την μετατροπή της ΕΚΤ σε δανειστή έσχατης ανάγκης και παραμένει σταθερά εναντίον των εισηγήσεων για την έκδοση ενός ευρωομολόγου. Ομως η Γερμανία έχει σχέδιο για την ευρωζώνη ακόμα και αν πολλοί προτιμούν να μη το βλέπουν—ένα σχέδιο επικεντρωμένο στη Δαρβινική πολιτική και στα νεοφιλελεύθερα οικονομικά.

ΜΟΝΟΣΕΛΙΔΟ No. 20 | Νοέμβριος 2011
Καθώς η κρίση στην Ευρώπη επεκτείνεται, οι διαμορφωτές πολιτικής ξεφουρνίζουν τη μία ανεπαρκή πρόταση μετά την άλλη, ενώ καμία δεν αντιμετωπίζει το κύριο πρόβλημα της κρίσης. Η πιθανότητα μιας διάλυσης της ευρωζώνης, είτε εξ΄ολοκλήρου είτε μερικώς, μοιάζει όλο και λιγότερο εξωφρενική. Εκτός από τα πολιτικά εμπόδια που πρέπει να ξεπεραστούν, επικρατεί μεγάλη αδυναμία κατανόησης της φύσης της κρίσης. Και δίχως να είναι ικανοί να δουν ξεκάθαρα το πρόβλημα της κρίσης, οι διαμορφωτές πολιτικής συνεχίζουν να συγκεντρώνουν την προσοχή τους σε λάθος λύσεις.

ΜΟΝΟΣΕΛΙΔΟ No. 19 | Νοέμβριος 2011
Η επιβίωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξαρτάται από την ικανότητά της να προβεί σε μεταρρυθμίσεις, είτε μέσω επέκτασης—μεγαλύτερο οικονομικό και δημοσιονομικό συντονισμό προς την κατεύθυνση κάποιου είδους ομοσπονδιακού κράτους—ή με το να συρρικνωθεί, με την ευρωζώνη να γίνεται μια βέλτιστη νομισματική περιοχή. Οι περισσότεροι αναλυτές στηρίζουν την πρώτη πρόταση. Αλλά η εσπευσμένη ενίσχυση και διεύρυνση της ένωσης είναι ακριβώς αυτό που έχει οδηγήσει στη σημερινή κρίση στην ευρωζώνη.

ΜΟΝΟΣΕΛΙΔΟ No. 18 | Νοέμβριος 2011
Η ακύρωση της συνεδρίασης της 26ης Οκτωβρίου των Υπουργών Οικονομικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ή του Ecofin, έχει διαβρώσει περαιτέρω την εμπιστοσύνη στην ικανότητά του να δώσει λύσει στην επιδεινόμενη κρίση του κυρίαρχου χρέους στην ευρωζώνη. Μια βιώσιμη στρατηγική απαιτείται τώρα—και όπως διευκρινίζει ο Stuart Holland, δύο βιώσιμες στρατηγικές είναι ακόμα καλύτερες από μια.

ΜΟΝΟΣΕΛΙΔΟ No. 17 | Νοέμβριος 2011
Επιπλέον λιτότητα, βαθύτερο κατρακύλισμα της οικονομίας, και παράδοση της εθνικής κυριαρχίας
Είναι καλά αναγνωρισμένο γεγονός ότι, μετά από το πρώτο σχέδιο διάσωσης του Μαίου 2010, η ελληνική οικονομία πηγαίνει από το κακό στο χειρότερο, και η έκθεση της τρόικας που διέρρευσε πριν από την σύνοδο κορυφής της ΕΕ της περασμένης εβδομάδας παραδέχτηκε ανοικτά ότι η συρρίκνωση της επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής έχει, ως μέτρο, αποτύχει οικτρά. Οπότε, γιατί πήρε την ηγεσία της ΕΕ σχεδόν δύο χρόνια για να αναγνωρίσει την ανάγκη για ένα σημαντικό κούρεμα του ελληνικού χρέους;

ΜΟΝΟΣΕΛΙΔΟ No. 15 | Οκτώβριος 2011
Η υπόσχεση Μέρκελ-Σαρκοζί να δώσουν τέλος στην κρίση της ευρωζώνης
Η αποτυχία εκ μέρους των ηγετών της ΕΕ να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά την κρίση της ευρωζώνης έχει να κάνει σε μεγάλο βαθμό με το γεγονός ότι η Γερμανία και η Γαλλία βρίσκονται σε αντίθετους πόλους—πολιτικά, οικονομικά και πολιτιστικά. Στο πλαίσιο αυτό, η ανακοίνωση που έγινε από την Μέρκελ και τον Σαρκοζί πως έχουν συμφωνήσει σε ένα συνολικό πακέτο προτάσεων για την επίλυση της κρίσης χρέους στην ευρωζώνη είναι σίγουρα μια θετική εξέλιξη.

ΜΟΝΟΣΕΛΙΔΟ No. 14 | Οκτώβριος 2011
Μπορεί ο τυφλός να θεραπεύσει τον ανάπηρο;
Ποιος είπε ότι η οικονομική επιστήμη δεν είναι ιδεολογικά προκατειλημμένη και δεν πάσχει από πολιτική μεροληψία; Τριακόσια χρόνια χρηματοπιστωτικων και οικονομικών κρίσεων δε λένε απολύτως τίποτα στους αδιάλλακτους νεοφιλελεύθερους, που πιστεύουν (ανάμεσα σε άλλα πράγματα) στην ιδέα της ύπαρξης μιας αυτορρυθμιζόμενης αγοράς και στη θεωρία της προς τα κάτω διαρροής του πλούτου. Mε τόσες πολλές λανθασμένες υποθέσεις να καθοδηγούν τον αγοραίο φιλελευθερισμό, δεν προκαλεί απορία το γεγονός γιατί οι νεοφιλελεύθεροι έχουν αποτύχει να βγάλουν τα σωστά συμπεράσματα από την εμπειρία της Mεγάλης Yφεσης του `30 και κάνουν τα στραβά μάτια στις πραγματικές αιτίες της παγκόσμιας χρηματοοικονομικής κρίσης του 2007–08 και στην οικονομική υποχώρηση που ακολούθησε.

ΜΟΝΟΣΕΛΙΔΟ No. 13 | Σεπτέμβριος 2011
Ο ερευνητής Greg Hannsgen και ο πρόεδρος Δημήτρης Β. Παπαδημητρίου διαψεύδουν τους ισχυρισμούς από τους σκεπτικιστές της Κοινωνικής Ασφάλισης ότι το πρόγραμμα δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα «σχέδιο Πόνζι».
Αρχείο:
Σχετικό Πρόγραμμα:
Συγγραφέας/είς:

ΜΟΝΟΣΕΛΙΔΟ No. 12 | Αύγουστος 2011
Ο πρόεδρος Δημήτρης Β. Παπαδημητρίου και ο Μελετητής Έρευνας Greg Hannsgen επιχειρηματολογούν ότι η οικονομική υποχώρηση έχει μετατρα̟πεί σε μια παρατεταμένη και πολύ ασυνήθιστη κάμψη της ανάπτυξης, αποτρέποντας μια ανάκαμψη της αγοράς εργασίας—και η κυβέρνηση βρίσκεται πολύ ̟πίσω στην προσπάθεια της δημιουργίας των νέων θέσεων εργασίας που απαιτούνται για να αντιπετωπιστεί αυτή η καταστροφή.

ΜΟΝΟΣΕΛΙΔΟ No. 4 | Νοέμβριος 2010
Το σχέδιο διάσωσης δεν μπορεί να αντιμετωπίσει το κεντρικό πρόβλημα
Το ενός τρισεκατομυρρίων δολαρίων πακέτο διάσωσης που προώθησαν οι ευρωπαίοι ηγέτες τον Μαη του 2010 και που στοχεύει στην αντιμετώπιση της αυξανόμενης κρίση χρέους της ηπείρου, θα μπορούσε κάλλιστα να φέρει το κωδικό όνομα Πανάκεια. Ανέβηκαν οι μετοχές σε όλη την επικράτεια και έπεσαν ακόμη και τα επιτόκια για τα ελληνικά ομόλογα. Η ανάπαυλα όμως ήταν προσωρινή καθώς οι αγορές αντιλήφθηκαν ότι η διάσωση δεν θα βελτιώσει τα δημοσιονομικά των κρατών της ευρωζώνης.

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚH ΕΡΓΑΣΙΑ ΥΠΟ ΕΞΕΛΙΞΗ No. 713 | Απρίλιος 2012
Μια επανερμηνεία του άρθρου του Henry Simons «Κανόνες έναντι εξουσιών στη νομισματική πολιτική»
To άρθρο του Henry Simons, με τίτλο «Rules versus Authorities in Monetary Policy» («Κανόνες έναντι εξουσιών στη νομισματική πολιτική»), που δημοσιεύθηκε το 1936, αποτελεί κεντρικό σημείο αναφοράς στη διεθνή βιβλιογραφία για την ανεξαρτησία της κεντρικής τράπεζας και τη διαμόρφωση της νομισματικής πολιτικής γύρω από κανόνες. Όμως, μια πιο προσεκτική ανάγνωση του άρθρου αποκαλύπτει μια πιο ευέλικτη πολιτική συνταγή, που δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην ανάγκη ελέγχου του βραχυπρόθεσμου δανεισμού. Η τραπεζική πίστωση θεωρείται μια πολύ ασταθής διαδικασία και ο έλεγχος στις τιμές, κατά την άποψή του Simons, δεν είναι εφικτός χωρίς τον περιορισμό της ικανότητας των τραπεζών να δημιουργούν χρήμα μέσω της χορήγησης δανείων. Αυτά τα στοιχεία στη θεωρία του χρήματος που ανέπτυξε ο Simons αποτελούν τη βάση στην «υπόθεση της χρηματοοικονομικής αστάθειας» του Hyman P. Minsky. Αυτό δεν πρέπει να εκπλήσσει καθώς ο Simons ήταν καθηγητής του Minsky στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο στα τέλη του 1930. Στο άρθρο που ακολουθεί εξετάζω τα κοινά χαρακτηριστικά που παρουσιάζουν οι θεωρίες τους περί χρηματοοικονομικής αστάθειας και τη σημασία του έργου τους για τη συζήτηση αναφορικά με την μακροπροληπτική εποπτεία και την άσκηση της νομισματικής πολιτικής. Σύμφωνα με τον Minsky και τον Simons, ο έλεγχος του χρηματικού κεφαλαίου αποτελεί προαπαιτούμενο για την επιτυχημένη νομισματική πολιτική και την οικονομική σταθεροποίηση.

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚH ΕΡΓΑΣΙΑ ΥΠΟ ΕΞΕΛΙΞΗ No. 711 | Μάρτιος 2012
Μια ερμηνεία στο πλαίσιο της ανάλυσης του Minsky για τα αίτια της κρίσης, τις διασώσεις της Ομοσπονδιακής Τράπεζας και το μέλλον
Η παρούσα εργασία παρέχει μια γρήγορη επισκόπηση των αιτιών της παγκόσμιας χρηματοοικονομικής κρίσης που ξεκίνησε το 2007. Υπήρξαν πολλοί παράγοντες που συνέβαλαν στο ξέσπασμα της κρίσης, αλλά ανάμεσα στους πιο σημαντικούς ήταν η αυξανόμενη ανισότητα και τα στάσιμα εισοδήματα για τους περισσότερους αμερικανούς εργαζόμενους, το αυξανόμενο χρέος του ιδιωτικού τομέα στις Ηνωμένες Πολιτείες και σε πολλές άλλες χώρες, η χρηματιστικοποίηση της παγκόσμιας οικονομίας (μια πολύ πολύπλοκη διαδικασία), η απορρύθμιση και η έλλειψη εποπτείας των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, και η υπερβολικά σφιχτή δημοσιονομική πολιτική που εφαρμόστηκε σε πολλές χώρες. Η ανάλυση υιοθετεί μια προσέγγιση στο πλαίσιο των φάσεων του καπιταλισμού που αναπτύχθηκε από τον Hyman P. Minsky. Σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, η σταδιακή μεταμόρφωση της οικονομίας κατά τη διάρκεια της μεταπολεμικής περιόδου έχει αναπαράγει με πολλούς ποικίλους τρόπους τις συνθήκες που οδήγησαν στη Μεγάλη Ύφεση. Στη συνέχεια, η μελέτη εξετάζει τη διάσωση του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος από την κυβέρνηση των ΗΠΑ. Ενώ άλλες κυβερνήσεις συνέβαλαν στα σχέδια διάσωσης του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος, το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών (Treasury) και η Ομοσπονδιακή Τράπεζα (Fed) είχαν τον πρωταγωνιστικό ρόλο και το μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης. Μια λεπτομερής εξέταση της απόκρισης της Fed δείχνει πόσο πρωτοφανή—και ενδεχομένως παράνομη—ήταν η επέκταση του «διχτύου ασφαλείας» του κράτους για τα μεγαλύτερα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Το κείμενο κλείνει με την αξιολόγηση των προβλημάτων που θα προκύψουν από το σχέδιο διάσωσης στο μέλλον.

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚH ΕΡΓΑΣΙΑ ΥΠΟ ΕΞΕΛΙΞΗ No. 710 | Μάρτιος 2012
Ένα ιστορικό σημείο μεταπήδησης στη νομισματική πολιτική και μια στιγμή (σχετικής) ευκρίνειας
Με δεδομένη τη κλίμακα και το εύρος της κρίσης στην ευρωζώνη, η πολιτική και τα μέτρα που λαμβάνονται (ή δεν λαμβάνονται) από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) έχουν ουσιαστικό αντίκτυπο σε μικρές και μεγάλες αγορές και επηρεάζουν κάθε σημαντικό τομέα της νομισματικής πολιτικής. Στη συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία, η ΕΚΤ είναι ο πιο σημαντικός άξονας νομισματικής πολιτικής στον κόσμο.

Από το Νοέμβριο του 2011, η ΕΚΤ διαδραματίζει έναν αναμφισβήτητα ενεργό ρόλο παροχής ρευστότητας προς τις ιδιωτικές τράπεζες (και σε κάποιο σημαντικό βαθμό και προς τα κυρίαρχα κράτη), ενώ διατηρεί τη μακροχρόνια ρητορική της στάση ως ένθερμος υποστηρικτής της δημοσιονομικής πειθαρχίας απέναντι στα κυρίαρχα (αλλά με περιορισμένη κυριαρχία) «περιφερειακά» κράτη της ευρωζώνης που δεν λειτουργούν μέσα στο πλαίσιο μιας πλήρους νομισματικής και δημοσιονομικής ένωσης. Τον Δεκέμβριο του 2011, η ΕΚΤ έκανε σαφή την πρόθεσή της να προσφέρει μαζική ρευστότητα όταν αντιμετωπίζει κρίσεις μεγάλης κλίμακας. Ήδη επιδεικτικά διακείμενες προς την ποσοτική χαλάρωση λόγω ιδιαίτερων συνθηκών στα αντίστοιχα εγχώρια μέτωπά τους, άλλες μεγάλες κεντρικές τράπεζες επίσης ενεργοποιήθηκαν δραστήρια από το τρίτο τρίμηνο του 2011. Έτσι, η συλλογική στάση της παγκόσμιας κεντρικής τραπεζικής πολιτικής έχει γίνει πιο ομογενοποιημένη, πιο συγχρονισμένη, και με περισσότερο ξεκάθαρους στόχους από οποιαδήποτε άλλη στιγμή από τις αρχές του 2009.

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚH ΕΡΓΑΣΙΑ ΥΠΟ ΕΞΕΛΙΞΗ No. 709 | Φεβρουάριος 2012
Κίνητρα, αντίμετρα και ο νόμος Dodd-Frank
Οι κρατικές πολιτικές χαλαρής αντιμετώπισης, στήριξης και διάσωσης των τραπεζών και άλλων χρηματοπιστωτικών οργανισμών που θεωρούνται «πολύ μεγάλοι για να καταρρεύσουν» αναγνωρίζονται ευρέως ως πολιτικές που ενθαρρύνουν τις μεγάλες επιχειρήσεις να αναλαμβάνουν υπερβολικούς κινδύνους, θέτουν τις μικρότερες επιχειρήσεις σε μειονεκτική κατάσταση στον ανταγωνισμό, και γενικά επηρεάζουν με αρνητικό τρόπο τις λειτουργίες των τραπεζών (οι τράπεζες μεγαλώνουν μέσα σε ένα προστατευτικό περιβάλλον και ως εκ του τούτου λειτουργούν αναποτελεσματικά). Κατά τη διάρκεια περιόδων χρηματοοικονομικής πίεσης, και με σχέδια διασώσεων σε εξέλιξη, οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι δηλώνουν ότι η τακτική που ακολουθούν δεν θα επαναληφθεί. Κατά τη διάρκεια περιόδων χρηματοοικονομικής σταθερότητας και οικονομικής ανάπτυξης, επιτρέπουν την ανάπτυξη μεγάλων τραπεζικών ιδρυμάτων μέσω συγχωνεύσεων και αγνοούν τη συνεχιζόμενη έλλειψη ανταγωνιστικότητας.

Κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών έχουν γίνει επανειλημμένες προσπάθειες απομάκρυνσης από τις πρακτικές «πολύ μεγάλες για να καταρρεύσουν», αλλά κατέληξαν όλες σε παταγώδη αποτυχία. Το αμερικανικό Κογκρέσο διαπίστωνε συνήθως ότι το βασικό πρόβλημα που επέτρεπε στις χρηματοπιστωτικές εταιρείες να αναλαμβάνουν υπερβολικούς κινδύνους οφείλεται στην ανεπαρκή ρύθμιση και εποπτεία. Ανταποκρίθηκε σε αυτήν την διαπίστωση με την ενίσχυση των μηχανισμών ρύθμισης και της εποπτείας. Άλλοι, έχουν εντοπίσει το βασικό πρόβλημα σε ρυθμιστές που πολύ απλά δεν κάνουν καλά τη δουλειά τους, γεγονός που υποδηλώνει την ανάγκη για τροποποίηση των κινήτρων που παρακινούν τη συμπεριφορά τους. Μια τρίτη εξήγηση είναι ότι οι πρακτικές «πολύ μεγάλες για να καταρρεύσουν» αντικατοπτρίζουν την αντίληψη του κράτους ότι οι μεγάλες χρηματοπιστωτικές εταιρείες εξυπηρετούν το δημόσιο συμφέρον—υπό την έννοια ότι αποτελούν «εθνικούς πόρους» που πρέπει να διατηρηθούν. Στην περίπτωση αυτή θεωρείται απαραίτητη να βρεθεί μια διαρθρωτική λύση. Η διάσπαση των πολύ μεγάλων χρηματοπιστωτικών εταιρειών θα είχε ως αποτέλεσμα να διανεμηθεί το «δημόσιο συμφέρον» ανάμεσα σε μια μεγαλύτερη ομάδα εταιριών που ενεργοποιούνται στον χρηματοοικονομικό τομέα. Έτσι, δεν θα παρέμενε το «δημόσιο συμφέρον» σε μια χούφτα εταιριών που κατέχουν, όπως σήμερα, μια δυσανάλογη συγκέντρωση των οικονομικών πόρων.

Ο Νόμος Dodd-Frank (2010) για τη Μεταρρύθμιση της Γουόλ Στριτ και την Προστασία των Καταναλωτών αποτελεί την πιο πρόσφατη προσπάθεια για την εξάλειψη των πρακτικών «πολύ μεγάλες για να καταρρεύσουν». Κύριος στόχος του συγκεκριμένου νόμου είναι η επέκταση και η διεύρυνση των ρυθμιστικών και εποπτικών διαδικασιών και μηχανισμών, θεωρώντας ότι με αυτά τα ενισχυμένα μέτρα θα αποτραπεί η υπερβολική ανάληψη κινδύνων από τις μεγάλες χρηματοοικονομικές εταιρείες. Εν ολίγοις, το Κογκρέσο εντόπισε ξανά την αιτία για τις πρακτικές «πολύ μεγάλες για να καταρρεύσουν» στην ανεπάρκεια της ρύθμισης και της εποπτείας. Δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι το Κογκρέσο θεωρεί αξιόπιστους τους ισχυρισμούς ότι τα κανονιστικά κίνητρα είναι ελαττωματικά. Τέλος, ο Νόμος Dodd-Frank αποφεύγει μια διαρθρωτική λύση, αφήνοντας τις μεγαλύτερες χρηματοπιστωτικές εταιρείες ανέπαφες και τις τραπεζικές ρυθμιστικές αρχές με ευρεία διακριτική ευχέρεια γύρω από τις μεγάλες συγχωνεύσεις τραπεζών. Ως αποτέλεσμα, η εξάλειψη των πρακτικών «πολύ μεγάλες για να καταρρεύσουν» θα συνεχίσει να αποτελεί μια προβληματική προσπάθεια και για τα επόμενα χρόνια.

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚH ΕΡΓΑΣΙΑ ΥΠΟ ΕΞΕΛΙΞΗ No. 708 | Φεβρουάριος 2012
O «καπιταλισμός» είναι καλύτερα κατανοητός σαν ένα σύστημα από μια σειρά από στάδια. Ο βιομηχανικός καπιταλισμός έχει παραχωρήσει τη θέση του στον χρηματοοικονομικό καπιταλισμό, ο οποίος εξελίχθηκε από τον καπιταλισμό των συνταξιοδοτικών ταμείων τη δεκαετία του ΄50 και τον αμερικανικό νομισματικό ιμπεριαλισμό από το 1971 όταν το πλαστό δολάριο (που δημιουργήθηκε κυρίως για τη χρηματοδότηση των παγκόσμιων στρατιωτικών δαπανών των ΗΠΑ) έγινε η παγκόσμια νομισματική βάση. Το πλαστό πιστωτικό δολάριο κατέστησε εφικτή την δημιουργία της οικονομίας φούσκας μετά το 1980 και το υποσκήνιο του, τον καπιταλισμό καζίνο. Αυτά τα οικονομικά ραδιενεργά στάδια παρακμής οδήγησαν στον αποπληθωρισμό του χρέους μετά το 2008, και τελικά κατέληξαν στη διαμόρφωση ενός καθεστώτος πεονίας και στη λιτότητα της νεο-δουλοπαροικίας.

Η τελική έκβαση του σημερινού Δυτικού καπιταλισμού είναι μια νεο-ραντιέρικη οικονομία—ακριβώς η μορφή οικονομίας που επεδίωξε να ανατρέψει ο βιομηχανικός καπιταλισμός και στην οποίαν αντιτάχθηκαν οι κλασικοί οικονομολόγοι κατά τη διάρκεια της Προοδευτικής Εποχής από τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα. Μια χρηματοοικονομική τάξη έχει σφετεριστεί το ρόλο που συνήθιζαν να εκτελούν οι γαιοκτήμονες—μια κοινωνική τάξη που απολάμβανε ειδικά προνόμια. Η οικονομική πρόσοδος (economic rent) σήμερα αμείβεται ως επί το πλείστον με τόκους. Αυτή η «απατεωνιά» διακόπτει την κυκλική ροή μεταξύ παραγωγής και κατανάλωσης, προκαλώντας οικονομική συρρίκνωση, μια δυναμική που είναι το άκρως αντίθετο της αρχικής ώθησης του βιομηχανικού καπιταλισμού. Το «θαύμα του ανατοκισμού», που ενισχύεται τώρα με τη δημιουργία πλαστής πίστωσης, κανιβαλίζει το βιομηχανικό κεφαλαίου καθώς και τις απολαβές των εργαζομένων.

Ιστορικά, ο βιομηχανικός καπιταλισμός ήταν πολιτικά υπέρ της δημοκρατικής κοινοβουλευτικής μεταρρύθμισης, επειδή αυτός ήταν ο μόνος τρόπος για να σπάσει ο ασφυκτικός κλοιός των γαιοκτημόνων στα εθνικά φορολογικά συστήματα. Αλλά το χρηματιστικό κεφάλαιο σήμερα είναι εγγενώς ολιγαρχικό. Επιδιώκει να περάσει υπό τον έλεγχο του το κράτος—πρώτα απ' όλα το δημόσιο ταμείο, την κεντρική τράπεζα, και τα δικαστήρια—προκειμένου να εξυπηρετηθούν οικονομικά ο τραπεζικός και ο χρηματοοικονομικός τομέας και οι μεγάλοι πελάτες του: το real estate και τα μονοπώλια. Αυτός είναι ο λόγος που οι χρηματοοικονομικοί «τεχνοκράτες» (διαμεσολαβητές και υπηρέτες του χρηματιστικού κεφαλαίου) επιβλήθηκαν στην Ελλάδα, και ο λόγος που η Γερμανία εναντιώθηκε στην ιδέα ενός δημοψηφίσματος σχετικά με το πρόγραμμα λιτότητας που επιβάλλει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.


ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚH ΕΡΓΑΣΙΑ ΥΠΟ ΕΞΕΛΙΞΗ No. 707 | Φεβρουάριος 2012
Μια πρόταση για την Ιρλανδία
H Ευρωχώρα βρίσκεται σε κρίση, που αργά αλλά σταθερά εξαπλώνεται από τη μία χώρα της περιφέρειας στην άλλη. Στο τέλος, θα φτάσει και στο κέντρο. Για την κατάσταση αυτή κατηγορούνται οι υποτιθέμενες σπάταλες χώρες της Μεσογείου. Αλλά η εξήγηση αυτή σίγουρα δεν μπορεί να ισχύει για την Ιρλανδία και την Ισλανδία. Και στις δύο περιπτώσεις, οι συγκεκριμένες χώρες υιοθέτησαν τη νεοφιλελεύθερη στάση απέναντι στις τράπεζες που προωθούν οι διαμορφωτές πολιτικής στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ, με καταστροφικά αποτελέσματα. Οι τράπεζες δημιούργησαν μια τεράστια φούσκα που έσκασε, όπως κάποια στιγμή συμβαίνει με όλες οι φούσκες, και στη συνέχεια περίμεναν από τις κυβερνήσεις τους να απορροφήσουν όλες τις ζημίες. Μια ανάλογη κατάσταση επικράτησε στις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά στη δική μας περίπτωση τα χρέη ήταν σε δολάρια και η κεντρική τράπεζα απλά τύπωσε, δάνεισε, και επέκτεινε εγγυήσεις συνολικής αξίας 29 τρις δολαρίων για κακές τραπεζικές τακτικές. Ακόμη και στην περίπτωση μας, η διάσωση των χρεοκοπημένων τραπεζών και άλλων χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων ήταν ένα τεράστιο λάθος, αλλά ήταν ένα λάθος που οικονομικά μπορούσε να το αντέξει η χώρα. Η Ιρλανδία και η Ισλανδία δεν ήταν τόσο τυχερές καθώς τα χρέη των τραπεζών τους ήταν σε «ξένα» νομίσματα. Με αυτό εννοώ ότι αν και το τραπεζικό χρέος της Ιρλανδίας ήταν σε ευρώ, η κυβέρνηση της Ιρλανδίας είχε παραιτηθεί από το δικαίωμα να εκδίδει το δικό της νόμισμα υπέρ της υιοθέτησης ενός ουσιαστικά ξένου νομίσματος--το ευρώ εκδίδεται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ). Κάθε ευρώ που εκδίδεται στην Ιρλανδία είναι τελικά μετατρέψιμο σε ένα ευρώ της ΕΚΤ. Δεν υπάρχει η δυνατότητα υποτίμησης του ευρώ από τις ιρλανδικές αρχές ούτε η δυνατότητα δημιουργίας ευρώ από την ΕΚΤ για μια εκκαθάριση των αγορών. Η Ιρλανδία είναι σε μια κατάσταση παρόμοια με εκείνη της Αργεντινής πριν από μια δεκαετία, όταν συνέδεσε το νόμισμά της με το αμερικανικό δολάριο. Παρά ταύτα, οι ευρωπαϊκές αρχές απαιτούν περισσότερη λιτότητα, που προκαλεί περαιτέρω μείωση των ρυθμών ανάπτυξης. Όπως έχουν ανακαλύψει τόσο η Ιρλανδία όσο και η Ελλάδα, η λιτότητα δεν οδηγεί σε μείωση των ελλειμμάτων επειδή τα φορολογικά έσοδα μειώνονται γρηγορότερα από τις περικοπές στις δαπάνες. Την ώρα που γράφω αυτό το κείμενο, το κέντρο της Αθήνας καίγεται. Υπάρχει εναλλακτικός δρόμος;

Στο κείμενο που ακολουθεί υποστηρίζω ότι υπάρχει. Ξεκινώ συνοψίζοντας τις χρηματοοικονομικές αδυναμίες της Ισλανδίας και της Ιρλανδίας. Στη συνέχεια—επίσης γρήγορα—συνοψίζω το επιχείρημα υπέρ της ελάφρυνσης του χρέους ή της αθέτησης πληρωμών. Στη συνέχεια παρουσιάζω ένα πρόγραμμα άμεσης δημιουργίας θέσεων εργασίας που θα μπορούσε να βάλει ξανά την Ιρλανδία σε τροχιά ανάκαμψης. Η κατανόηση των χρηματοοικονομικών προβλημάτων και των πιθανών λύσεων θέτει την πρόταση για ένα πρόγραμμα απασχόλησης στη σωστή του διάσταση: η πλήρης εφαρμογή ενός προγράμματος εγγυημένης απασχόλησης δεν μπορεί να ενεργοποιηθεί με τις τρέχουσες χρηματοοικονομικές ρυθμίσεις. Αλλά μπορεί κάτι να γίνει.

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚH ΕΡΓΑΣΙΑ ΥΠΟ ΕΞΕΛΙΞΗ No. 704 | Ιανουάριος 2012
Μια αποκλίνουσα άποψη
Είναι κοινός τόπος να συνδέει κανείς τα νεοκλασικά οικονομικά με τη φυσική του 18ου ή του 19ου και την έννοια της ισορροπίας, με την ιδέα της συμπεριφοράς του εκκρεμούς, που αν το μετακινήσουμε από το σημείο ηρεμίας, αυτό τελικά θα επιστρέψει πάλι σε αυτό. Ομοίως, ο στόχος μιας οικονομίας που υποβάλλεται σε εξωγενή σοκ είναι η ισορροπία μέσω της σταθεροποίησης των δυνάμεων της αγοράς που απελευθέρωσε το αόρατο χέρι. Αυτή η μεταφορά μπορεί να χρησιμοποιηθεί για όλες σχεδόν τις πτυχές των οικονομικών δραστηριοτήτων: από τις μικρο-αγορές (π.χ., για την πώληση φρούτων και λαχανικών στη λαϊκή αγορά) και τις μακρο αγορές (π.χ., για την εργασία), έως τις σύνθετες χρηματοπιστωτικές αγορές (για συνθετικά εξασφαλισμένα χρεωστικά, τα λεγόμενα CDOs). Καθοδηγούμενη από κάποιο αόρατο χέρι, η προσφορά ισορροπεί τη ζήτηση και οι αγορές λειτουργούν δίχως στρεβλώσεις και αγκυλώσεις. Οπλισμένος με αλληγορίες από τη φυσική επιστήμη, ο οικονομολόγος δεν έχει κανένα πρόβλημα να επεκτείνει την ανάλυση και στο διεθνές επίπεδο της οικονομίας, σε όλα τα διαπραγματεύσιμα εμπορεύματα, σε αυτό που κατ’ ευφημισμόν αποκαλούνται κεφαλαιακές ροές, καθώς και στα ίδια τα νομίσματα. Είναι πεπεισμένος ότι θα υπάρχει κάπου η σωστή τιμή που θα οδηγήσει σε ισορροπία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης. Ο ορθόδοξος οικονομολόγος πιστεύει ότι το πρόβλημα είναι το κράτος—δηλαδή είναι βέβαιος ότι αν μπορούσαμε να βγάλουμε από τη μέση το κράτος, τότε η αγορά θα λειτουργούσε αποτελεσματικά. Από την άλλη μεριά, ο ετερόδοξος οικονομολόγος είναι λιγότερο σίγουρος για όλα αυτά. Η αγορά θα μπορούσε να μην λειτουργήσει αποτελεσματικά και να συνεχίσουν να υπάρχουν ανισορροπίες. Θεωρεί ότι οι δυνάμεις της αγοράς ίσως να είναι ανίκανες για αυτορρύθμιση. Στο πλαίσιο αυτό, το ορατό χέρι του κράτους θα μπορούσε να επιταχύνει την κίνηση προς το σημείο ισορροπίας.

Οι ορθόδοξοι οικονομολόγοι, καθώς και οι περισσότεροι ετερόδοξοι οικονομολόγοι, βλέπουν την Παγκόσμια Χρηματοπιστωτική Κρίση ως αποτέλεσμα των εγχώριων και των παγκόσμιων ανισορροπιών. Η πιο συνηθισμένη ερμηνεία είναι αυτή που κατηγορεί το Ομοσπονδιακό Αποθεματικό των ΗΠΑ για υπερβολική νομισματική χαλάρωση, μια πολιτική η οποία δήθεν ώθησε στο δανεισμό και προκάλεσε τις δημοσιονομικές και τις εμπορικές ανισορροπίες στην οικονομία των ΗΠΑ και υπερπλεόνασμα ρευστότητας στις παγκόσμιες χρηματοπιστωτικές αγορές. Όσον αφορά τα προβλήματα στην Ευρωζώνη, οι ανισορροπίες αποδίδονται στην συμπεριφορά των σπάταλων μεσογειακών λαών. Στο πλαίσιο αυτό, το ζητούμενο είναι να αποκατασταθεί η παγκόσμια ισορροπία, μια πολιτική λύση η οποία απαιτεί ένα συνδυασμό υψηλότερων συναλλαγματικών ισοτιμιών για τους Κινέζους, μείωση των αμερικανικών εμπορικών ελλειμμάτων, και τευτονική δημοσιονομική πειθαρχία στις Ηνωμένες Πολιτείες, στο Ηνωμένο Βασίλειο, στην Ιαπωνία, καθώς και στην περιφέρεια της Ευρώπης.

Το κείμενο αυτό διαφωνεί με τις αναλύσεις των ορθόδοξων οικονομολόγων και υιοθετεί μια εναλλακτική άποψη, εξετάζοντας το ζήτημα των ανισορροπιών μέσα από το πρίσμα των τομεακών ανισορροπιών, μια προσέγγιση που ανέπτυξε ο Wynne Godley, και από τη σκοπιά της σύγχρονης θεωρίας του χρήματος, που προέρχεται από τις μελέτες των Innes, Knapp, Keynes, Lerner, και Minsky. Το πρόβλημα δεν είναι πρόβλημα χρηματοοικονομικών ανισορροπιών, αλλά μάλλον πρόβλημα ανισορροπίας στο επίπεδο της ισχύος. Είναι αναμφισβήτητο γεγονός ότι έχει συγκεντρωθεί πολύ μεγάλη δύναμη στα χέρια του χρηματοοικονομικού τομέα, στους κόλπους των διαχειριστών κεφαλαίων, στην εξουσία του αρπακτικού κράτους και στο κέντρο της Ευρώπης. Κυριαρχεί η ιδιωτικοποίηση και η επιδίωξη του ιδιωτικού σκοπού, ενώ οι κρατικές λειτουργίες έχουν σχεδόν πάψει να λειτουργούν με στόχο την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος. Με λίγα λόγια, υπάρχει πάρα πολύ νεοφιλελευθερισμός στον κόσμο, πολύ λίγη δημοκρατία, και ακόμη λιγότερη διαφάνεια και κυβερνητική λογοδοσία.

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚH ΕΡΓΑΣΙΑ ΥΠΟ ΕΞΕΛΙΞΗ No. 702 | Ιανουάριος 2012
Μια μετακεϋνσιανή ανάλυση της ευρωπαϊκής κρίσης χρέους
Η συμβατική σοφία υπαγορεύει ότι η ευρωπαϊκή κρίση χρέους, η οποία έχει μέχρι στιγμής οδηγήσει σε σκληρά προγράμματα δημοσιονομικής προσαρμογής διαμορφωμένα από την Ευρωπαϊκή Ένωση και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ιρλανδία, προκλήθηκε από μια δημοσιονομική ασωτία από την πλευρά των περιφερειακών χωρών, σε συνδυασμό με το μοντέλο κράτους πρόνοιας, και ότι ο ρόλος του κοινού νομίσματος (δηλαδή του ευρώ) ήταν, στην καλύτερη των περιπτώσεων, μηδαμινός. Η εργασία αυτή έχει ως στόχο να δείξει ότι, σε αντίθεση με τη συμβατική σοφία, η κρίση στην Ευρώπη είναι το αποτέλεσμα μιας ανισορροπίας μεταξύ χωρών κέντρου και περιφέρειας, η οποία είναι σύμφυτη με το οικονομικό μοντέλο του ευρώ. Με τη βοήθεια που παρείχαν οι διαδικασίες της νομισματικής ενοποίησης και της χρηματοπιστωτικής απορρύθμισης, οι χώρες του κέντρου της ευρωζώνης επιδίωξαν πολιτικές που βασίζονται στις εξαγωγές—ή, πιο συγκεκριμένα, πολιτικές προάσπισης των ιδίων συμφερόντων επί ζημία των ανταγωνιστών—εις βάρος αυξανόμενων ανισορροπιών και συσσώρευσης χρέους στην περιφέρεια. Αυτή η ανισορροπία έγινε μη βιώσιμη, και αυτή η μη βιωσιμότητα ήταν ένας αιτιώδης παράγοντας για την παγκόσμια οικονομική κρίση του 2007–08. Το κείμενο υποστηρίζει επίσης ότι η ευρωζώνη θα μπορούσε να αποφύγει τη σώρευση ανισορροπιών με την υιοθέτηση της ιδέας της γενικευμένης τραπεζικής (μια θεμελιώδη αρχή της πρότασης του Τζον Μέιναρντ Κέινς για μια Ένωση Εκκαθάρισης) ως κεντρικό στοιχείο του σχεδίου της για νομισματική ολοκλήρωση.

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚH ΕΡΓΑΣΙΑ ΥΠΟ ΕΞΕΛΙΞΗ No. 693 | Οκτώβριος 2011
Ένα ακόμα επιπλέον σχέδιο διάσωσης για την Ευρωπαϊκή Νομισματική Ένωση κατευθύνεται μέσω κεντρικής Ευρώπης, αλλά κανείς δεν είναι αρκετά ανόητος να πιστέψει ότι είναι αρκετό. Ο Υπουργός Οικονομικών της Ελλάδας δήλωσε, με βάση κάποιες αναφορές, ότι η χώρα του δεν μπορεί να εξυπηρετήσει το χρέος της και άφησε να εννοηθεί ότι μια διαγραφή ύψους 50% είναι πιθανή. Αυτό, όμως, θα ήταν απλά η αρχή καθώς άλλες υπερχρεωμένες χώρες θα ακολουθήσουν τον ίδιο δρόμο. Ολες οι μεγάλες ευρωπαϊκές τράπεζες θα δεχτούν χτύπημα—και το ίδιο θα συμβεί και στην αμερικανική αγορά αμοιβαίων κεφαλαίων, αξίας 3 τρις εκατομμυριων δολαρίων, όπου περίπου το ήμισυ της συνολικής αξίας αυτών των κεφαλαίων έχουν επενδυθεί σε ευρωπαϊκές τράπεζες. Προσθέστε και τις άλλες αμερικανικές τράπεζες που είναι εκτεθειμένες στην Ευρώπη και έχουμε ένα πιθανό χτύπημα στο συνολικό χρηματοοικονομικό σύστημα των ΗΠΑ. Μια άλλη παγκόσμια χρηματοοικονομική κρίση φαίνεται να είναι αρκετά πιθανή.

Πρώτα συνοψίζουμε την κατάσταση στην Ευρωχώρα. Το κύριο επιχείρημά μας θα είναι ότι το πρόβλημα δεν οφείλεται σε άσωτες δαπάνες από μερικές χώρες, αλλά στην αρχιτεκτονική της ίδιας της ευρωπαϊκής νομισματικής ένωσης. Στρέφουμε ύστερα την προσοχή μας στα προβλήματα των ΗΠΑ, αξιολογώντας την πιθανότητα μιας επιστροφής στη χρηματοοικονομική κρίση και την οικονομική υποχώρηση. Καταλήγουμε ότι δύσκολοι καιροί βρίσκονται μπροστά μας και πως υπάρχει υψηλή πιθανότητα ότι μια άλλη κατάρρευση θα πυροδοτηθεί από γεγονότα και εξελίξεις στην Ευρωχώρα ή στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ολοκληρώνουμε με μια αξιολόγηση των πιθανών τρόπων για να βγούμε από την κρίση. Δεν είναι δύσκολο να διατυπωθούν απλές οικονομικές και τεχνικές πολιτικές λύσεις για τις ΗΠΑ και για την Ευρωχώρα. Το πραγματικό εμπόδιο είναι πολιτικό—και, δυστυχώς, η κατάσταση χειροτερεύει γρήγορα στην Ευρώπη. Μπορεί να είναι ήδη πολύ αργά.

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚH ΕΡΓΑΣΙΑ ΥΠΟ ΕΞΕΛΙΞΗ No. 688 | Σεπτέμβριος 2011
Η κρίση χρέους της Ελλάδας σε γενικό πλαίσιο
Η Ελλάδα εντάχθηκε στην ευρωζώνη όχι μόνο με μαγειρεμένα στατιστικά αρχεία αλλά με μια οικονομία που ήταν ακατάλληλη για τις απαιτήσεις και τις προσδοκίες μιας ενοποιημένης αγοράς με ένα ενιαίο σκληρό νόμισμα. Επιπλέον, η χώρα έχει μια πολιτική τάξη που είναι διαβόητα διεφθαρμένη, μια δημόσια διοίκηση που ο τρόπος λειτουργίας του διακωμωδεί την αποτελσματικότητα και την παραγωγικότητα, και μια συνολική πολιτική κουλτούρα που είναι εξαρτημένη από την πελατειακή πολιτική, ευημερεί με βάση την φοροδιαφυγή και την ανομία και στερείται οποιαδή̟ποτε αίσθηση κοινωνικού συμφέροντος και κοινωνικής ευθύνης. Η κρίση χρέους, που ξέσπασε το 2009, και τώρα έχει φέρει τη χώρα στο χείλος μιας μεγάλης κλίμακας εθνική καταστροφή, είναι απόρρεια ενός απίστευτα διεφθαρμένου πολιτικού συστήματος και των επιπτώσεων του νεοφιλελεύθερου οικονομικού περιβάλλοντος. Η Ελλάδα μετατρέπεται τώρα, χάρη στους αρχηγούς της ΕΕ και του ΔΝΤ και σε μια κυβέρνηση που παρέδωσε την εθνική κυριαρχία στα διεθνή κέντρα πολιτικής και οικονομικής ισχύος, σε προτεκτοράτο της ΕΕ και πιο ακριβέστερα, σε μπανανία των κυρίαρχων δυνάμεων ης ΕΕ.

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚH ΕΡΓΑΣΙΑ ΥΠΟ ΕΞΕΛΙΞΗ No. 681 | Αύγουστος 2011
Η εργασία αυτή ξεκινάει μετρώντας ξανά τα αίτια και τις συνέπειες της παγκόσμιας χρηματοοικονομικής κρίσης (ΠΧΚ). Το γεγονός που πυροδότησε την κρίση ήταν, φυσικά, το ξεδίπλωμα της κρίσης στα στεγαστικά δάνεια υψηλού κινδύνου (subprimes). Εντούτοις, το άρθρο υποστηρίζει ότι το χρηματοοικονομικό σύστημα ήταν ήδη τόσο εύθραυστο που σχεδόν οτιδή̟ποτε θα μπορούσε να είχε προκαλέσει την κατάρρευση. Στη συνέχεια, αξιολογεί τα μαθήματα που θα έπρεπε να έχουμε πάρει από την κρίση. Εν συντομία, αυτά συμπεριλαμβάνουν: (α) η ΠΧΚ δεν ήταν μια κρίση ρευστότητας, (β) η στάθμιση των οικονομικών κινδύνων (underwriting) παίζει ρόλο, (γ) αρρύθμιστοι και ανεπιτήρητοι χρηματοοικονομικοί θεσμοί εξελίσσονται με φυσικό τρόπο σε οργανισμούς ελέγχου απάτης, και (δ) το χειρότερο μέρος είναι το κουκούλωμα των εγκλημάτων. Το άρθρο προβάλλει το επιχείρημα ότι δεν μπορούμε να λύσουμε την κρίση έως ότου χτη̟πήσουμε την απάτη και ολοκληρώνει με το περίγραμμα μιας αντζέντας για μεταρρύθμιση στο ̟πλαίσιο της εργασίας του Χάιμαν Μίνσκυ.