Δημοσιεύσεις στα Ελληνικά

Νομισματική Πολιτική και Χρηματοπιστωτική Δομή


Σχετιζόμενες δημοσιεύσεις

  • ΜΟΝΟΣΕΛΙΔΟ No. 49 | Μάιος 2015
    Η σκιώδης τραπεζική και η διακυβέρνηση της Ομοσπονδιακή Τράπεζας στην περίοδο της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης
    Τα πρακτικά του 2008 της Ομοσπονδιακής Επιτροπής Ανοικτής Αγοράς παρέχουν ένα σπάνιο πορτραίτο του τρόπου με τον οποίον οι χαράκτες πολιτικής ανταποκρίθηκαν στην εξέλιξη της μεγαλύτερης χρηματοπιστωτικής κρίσης στον κόσμο μετά τη Μεγάλη Ύφεση του ΄30. Τα πρακτικά αποκαλύπτουν ότι η Ομοσπονδιακή Επιτροπή Ανοικτής Αγοράς δεν είχε ικανοποιητική κατανόηση των τεραστίων διαστάσεων που είχε λάβει το σκιώδες τραπεζικό σύστημα ούτε κατανοούσε τον βαθμό στον οποίο η μοίρα των ρυθμιζόμενων τραπεζών μελών ήταν συνυφασμένη και αλληλένδετη με την λειτουργία του σκιώδους τραπεζικού συστήματος. Ακόμη, δεν είχε καν εκτιμήσει εκ των προτέρων τις συνέπειες μιας σοβαρής κρίσης και, ως εκ τούτου, η Ομοσπονδιακή Τράπεζα (Fed) έπρεπε να χαράξει μια πολιτική κυριολεκτικά στο «πόδι», προκειμένου να αποτρέψει την πλήρη κατάρρευση του χρηματοπιστωτικού συστήματος.
    Αρχείο:
    Σχετικό Πρόγραμμα:
    Συγγραφέας/είς:
    Matthew Berg

  • ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚH ΕΡΓΑΣΙΑ ΥΠΟ ΕΞΕΛΙΞΗ No. 837 | Μάιος 2015
    Μια σύνθεση της σκέψης των Κέυνς, Σουμπέτερ και Μίνσκυ
    Η παρούσα εργασία εξετάζει το ρόλο που διαδραματίζει η χρηματοδότηση στην προώθηση της κεφαλαιακής ανάπτυξης της οικονομίας, με ιδιαίτερη έμφαση στην τρέχουσα κατάσταση στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ηνωμένο Βασίλειο. Ορίζουμε τόσο την έννοια της «χρηματοδότησης» όσο και αυτή της «κεφαλαιακής ανάπτυξης» της οικονομίας με αρκετά ευρύ τρόπο. Ξεκινάμε με την παρατήρηση ότι το χρηματοπιστωτικό σύστημα εξελίχθηκε κατά τη διάρκεια της μεταπολεμικής περιόδου από ένα στενά ρυθμιζόμενο σύστημα με έντονη τη σημασία των εμπορικών τραπεζών σε ένα χρηματοπιστωτικό σύστημα όπου κυριαρχούν οι χρηματοοικονομικές αγορές. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, το χρηματοοικονομικό σύστημα αναπτύχθηκε γρήγορα σε σχέση με τον μη-χρηματοοικονομικό τομέα, από το 10% περίπου της προστιθέμενης αξίας και το 10% του μεριδίου του εταιρικού κέρδους στο 20% της προστιθέμενης αξίας και στο 40% του εταιρικού κέρδους στην περίπτωση των Ηνωμένων Πολιτειών. Αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο γεγονός ότι αντί να χρηματοδοτεί την κεφαλαιακή ανάπτυξη οικονομίας, το χρηματοοικονομικό σύστημα χρηματοδοτούσε τον εαυτό του. Την ίδια στιγμή, η κεφαλαιακή ανάπτυξη της οικονομίας συρρικνώθηκε σε έντονο βαθμό. Αν χρησιμοποιήσουμε έναν ευρύ ορισμό, που θα περιλαμβάνει τις τεχνολογικές εξελίξεις, την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, τις δημόσιες και ιδιωτικές υποδομές, τις καινοτομίες και την πρόοδο της ανθρώπινης γνώσης, η δυνατότητα του ρυθμού αύξησης έχει μειωθεί. Η μεγαλύτερη έκρηξη χρηματοοικονομικής καινοτομίας σημειώθηκε κατά το τελευταίο τέταρτο του 20ου αιώνα. Η χρηματοοικονομική αστάθεια διογκώθηκε μέχρι που σχεδόν κατέρρευσε η οικονομία εξαιτίας μιας παγκόσμιας χρηματοοικονομικής κρίσης. Ταυτόχρονα είδαμε ότι ένα μεγάλο μέρος (ή ακόμα και το μεγαλύτερο μέρος) της χρηματοοικονομικής καινοτομίας κατευθύνθηκε έξω από τη σφαίρα της παραγωγής, σε σύνθετα χρηματοπιστωτικά μέσα που σχετίζονταν με τιτλοποιημένα στεγαστικά δάνεια, με συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης και με μια σειρά από άλλα χρηματοπιστωτικά παράγωγα. Σε αντίθεση με τον Σουμπέτερ, ο Χάιμαν Μίνσκυ δεν έβλεπε τον τραπεζίτη απλά ως έφορο του καπιταλισμού, αλλά ως βασική πηγή της αστάθειας. Επιπλέον, λόγω της «χρηματιστικοποίησης της πραγματικής οικονομίας», η εικόνα που διαμορφώνεται δεν είναι αυτή μιας οικονομίας που στερείται από επενδύσεις επειδή το χρηματοοικονομικό σύστημα ακολουθεί τον δικό του δρόμο, αλλά αυτή ενός τοπίου όπου η ίδια η πραγματική οικονομία έχει υποχωρήσει από τις διαθέσιμες ευκαιρίες χρηματοδοτικών επενδύσεων και αντ' αυτού είτε οδηγείται στην τάση της αποθησαύρισης μετρητών είτε χρησιμοποιεί εταιρικά κέρδη για κερδοσκοπικές επενδύσεις όπως η αγορά ιδίων μετοχών. Όπως υποστηρίξουμε στη συνέχεια, η χρηματιστικοποίηση έχει τις ρίζες της στη θήρευση. Όπως έγραψε ο συγγραφέας Matt Taibbi, η Γουόλ Στριτ συμπεριφέρεται σαν ένα «γιγαντιαίο, αιμοσταγές καλαμάρι που έχει τυλιχτεί από το πρόσωπο της ανθρωπότητας». Στην παρούσα εργασία θα διερευνήσουμε τις χρηματοοικονομικές μεταρρυθμίσεις, καθώς και άλλες κυβερνητικές πολιτικές που είναι απαραίτητες για την προώθηση της κεφαλαιακής ανάπτυξης της οικονομίας, δίνοντας ιδιαίτερη προσοχή στην αύξηση της χρηματοδότησης για την καινοτομία. Για το λόγο αυτό, θα εξετάσουμε όχι μόνο τις ιδέες του Μίνσκυ γύρω από το χρηματοπιστωτικό σύστημα, αλλά και τις απόψεις του Σουμπέτερ για τη χρηματοδότηση της καινοτομίας.

  • ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚH ΕΡΓΑΣΙΑ ΥΠΟ ΕΞΕΛΙΞΗ No. 832 | Φεβρουάριος 2015
    Η συνεισφορά του John F. Henry
    Η παρούσα εργασία διερευνά την άνοδο του χρήματος και της ταξικής κοινωνίας στην αρχαία Ελλάδα, αντλώντας ιστορικούς και θεωρητικούς παραλληλισμούς από την περίπτωση της αρχαίας Αιγύπτου. Με τον τρόπο αυτό, η εργασία εξετάζει την ιστορική εφαρμογή της μεταλλικής θεωρίας του χρήματος και της θεωρίας του παραστατικού χρήματος (chartalism). Θα δείξουμε ότι η προέλευση και η εξέλιξη του χρήματος ήταν στενά συνυφασμένη με την άνοδο και την εδραίωση της ταξικής κοινωνίας και της ανισότητας. Απ’ ότι φαίνεται το χρήμα, η ταξική κοινωνία και η ανισότητα εμφανίστηκαν ταυτόχρονα, με την εμφάνιση του ενός να ενισχύει την ανάπτυξη του άλλου. Αντί ως μέσο ανταλλαγής για το εμπόριο, το χρήμα αναδείχθηκε ως ένα «ισότιμο κουπόνι» σε μια εποχή όπου οι κοινωνικές σχέσεις βίωναν μετάβαση από ισότιμες προς ταξικές κοινωνίες. Στο πλαίσιο αυτό, το χρήμα λειτούργησε για να διατηρηθεί η πρόσοψη της κοινωνικής και οικονομικής αρμονίας και ισότητας, ενώ αυξανόταν και παγιωνόταν η ανισότητα. Το χρήμα δεν εφευρέθηκε από ιδιώτες εμπόρους, αλλά εκδόθηκε για πρώτη φορά από τις αρχαίες ελληνικές πόλεις-κράτη που στόχευαν να διαμορφώσουν και να εδραιώσουν την πολιτική και οικονομική τους ισχύ. Αντί ως μέσο ανταλλαγής για το εμπόριο, το χρήμα λειτούργησε αρχικά ως «μέσο ανταμοιβής» από τις ελληνικές πόλεις-κράτη που προσπαθούσαν να εφαρμόσουν την αστική αντίληψη της κοινωνικής δικαιοσύνης. Ωστόσο, ενώ η προέλευση του χρήματος έχει τις ρίζες της στην ανισότητα, μια εύρυθμα λειτουργούσα δημοκρατική κοινωνία έχει τη δύναμη να ανατρέψει το χαρακτηριστικό της ανισότητας που είναι ενσωματωμένο στο χρήμα μέσω της χρήσης του χρήματος για τον δημόσιο σκοπό, ακολουθώντας τις αρχές της σύγχρονης θεωρίας χρήματος (ΜΜΤ). Αν χρησιμοποιηθεί σύμφωνα με τις αρχές της ΜΜΤ, το χαρακτηριστικό της ανισότητας που είναι ενσωματωμένο στο χρήμα θα μπορούσε να υπονομευθεί, ενώ οι τρέχουσες τάσεις σχετικά με την ανισότητα στην αύξηση του εισοδήματος και του πλούτου θα μπορούσαν να περιοριστούν και να αντιστραφούν.

  • ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚH ΕΡΓΑΣΙΑ ΥΠΟ ΕΞΕΛΙΞΗ No. 829 | Ιανουάριος 2015
    Πριν από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση επικρατούσε η αντίληψη ότι η στήριξη του δανειστή έσχατης καταφυγής περιοριζόταν στις εμπορικές τράπεζες. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια της κρίσης, η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ δημιούργησε μια σειρά από μηχανισμούς για τη στήριξη των χρηματομεσιτών και των διαπραγματευτών, των αμοιβαίων κεφαλαίων, την εμπορική χρηματική αγορά, την αγορά ενυπόθηκων τίτλων και την αγορά των τριμερών repos. Η παρούσα εργασία υποστηρίζει ότι η ανατροπή της εξειδικευμένης τραπεζικής μέσω της ενδεχόμενης κατάργησης του νόμου Glass-Steagall έχει διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στη διαρροή της δημόσιας επιχορήγησης που προορίζεται για τις εμπορικές τράπεζες προς τα μη τραπεζικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Σε ένα εξειδικευμένο χρηματοπιστωτικό σύστημα, στην δημιουργία του οποίου συνέβαλε ο νόμος Glass-Steagall, η χρήση του διχτύου ασφαλείας του δανειστή έσχατης καταφυγής θα μπορούσε να περιοριστεί άνετα στις εμπορικές τράπεζες. Ωστόσο, η κατάργηση των περιορισμών του νόμου Glass-Steagall στις επιτρεπτές τραπεζικές δραστηριότητες συνέβαλε στην άνοδο ενός χρηματοπιστωτικού συστήματος όπου οι γραμμές μεταξύ ρυθμιζόμενων και προστατευόμενων τραπεζών και του λεγόμενου σκιώδους τραπεζικού συστήματος δεν είναι καθόλου ξεκάθαρες. Η ύπαρξη του σκιώδους τραπεζικού σύμπαντος, το οποίο είναι άμεσα ή έμμεσα εγγυημένο από τις τράπεζες, κατέστησε σχεδόν αδύνατο τον περιορισμό της ασφάλειας στο ρυθμιζόμενο τραπεζικό σύστημα. Στο πλαίσιο αυτό, η μεταρρύθμιση του θεσμού του δανειστή έσχατης καταφυγής απαιτεί θεμελιώδεις αλλαγές στο ίδιο το χρηματοπιστωτικό σύστημα.

  • ΜΟΝΟΣΕΛΙΔΟ No. 48 | Φεβρουάριος 2015
    Η πολιτική απάντηση του αναπτυγμένου κόσμου στην πρόσφατη χρηματοπιστωτική κρίση προκάλεσε την αντίδραση της κυβέρνησης της Βραζιλίας, η οποία έκανε λόγο για κίνδυνο νομισματικών πολέμων, και έφερε την Ινδία στο σημείο να ζητά ενίσχυση του συντονισμού και συνεργασίας στον τομέα της χάραξης πολιτικής. Κινέζοι αξιωματούχοι έκαναν αναφορά για «εξωφρενικά προνόμια», φέρνοντας στο νου τις αναφορές του Ντε Γκωλ στη δεκαετία του 1960, και η Ρωσία ένωσε τις δυνάμεις της με την Κίνα με σκοπό την αντικατάσταση του δολαρίου από τα Ειδικά Τραβηκτικά Δικαιώματα. Ωστόσο, κανένα από τα προτεινόμενα μέτρα δεν επαρκεί για την επίτευξη του στόχου των αναδυόμενων οικονομιών να εξελιχθούν σε βιομηχανικές, ανεπτυγμένες χώρες.
    Αρχείο:
    Σχετικό Πρόγραμμα:
    Συγγραφέας/είς:
    Jan Kregel

  • ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ No. 1 | Φεβρουάριος 2015
    Χρηματοπιστωτική αστάθεια και η επιβίωση του ενιαίου νομίσματος
    Με δεδομένη τη συνεχιζόμενη απόκλιση ανάμεσα στην πρόοδο στον τομέα της νομισματικής και της πολιτικής ολοκλήρωσης στη ζώνη του ευρώ, το ενδιαφέρον της Γερμανίας σχετικά με την επιβολή της λιτότητας μπορεί να θεωρηθεί ότι αντιπροσωπεύει μια προσπάθεια για την επιτάχυνση της προόδου προς την πολιτική ένωση, η πρόοδος της οποίας θεωρείται από τη Γερμανία ως προϋπόθεση για την επιτυχία της νομισματικής ενοποίησης. Ωστόσο, ανεξάρτητα από το πόσο αναγκαία μπορεί να φαίνεται η πολιτική της λιτότητας στο πλαίσιο της ατελούς ευρωπαϊκής πολιτικής ολοκλήρωσης, η συγκεκριμένη πολιτική είναι τελικά μη βιώσιμη. Η επιβίωση και σταθερότητα του ευρώ, εν απουσία περαιτέρω προόδου στον τομέα της πολιτικής ενοποίησης της Ευρώπης, απαιτούν παραδόξως είτε παρατεταμένη οικονομική στασιμότητα ή τη διατήρηση ενός σχήματος χρηματοδότησης με τη μορφή «πόνζι». Καμία από αυτές τις εναλλακτικές λύσεις δεν είναι οικονομικά ή πολιτικά βιώσιμη.
    Αρχείο:
    Σχετικό Πρόγραμμα:
    Συγγραφέας/είς:
    Jan Kregel

  • ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚH ΕΡΓΑΣΙΑ ΥΠΟ ΕΞΕΛΙΞΗ No. 828 | Ιανουάριος 2015
    Η περίπτωση της Ινδίας
    Η χρηματιστικοποίηση ανοίγει χώρο στις οικονομίες για την επέκταση του χρηματοοικονομικού τομέα και, με αυτόν τον τρόπο, συμβάλλει στην αύξηση του μεριδίου των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων στα χαρτοφυλάκια που κατέχονται από τους συμμετέχοντες στην αγορά. Η διαδικασία της χρηματιστικοποίησης, που καθοδηγείται σε μεγάλο βαθμό από την απορρύθμιση, λειτουργεί με το να καθιστά τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία σχετικά ελκυστικά σε σύγκριση με άλλα περιουσιακά στοιχεία, προσφέροντας τόσο καλύτερες αποδόσεις όσο και πιθανά κεφαλαιακά κέρδη. Η τάση προς τη χρηματιστικοποίηση της οικονομίας και οι αναμενόμενες αποδόσεις σε χρηματοοικονομικές επενδύσεις παρέχουν κίνητρα στους εταιρικούς διαχειριστές να επενδύουν μεγαλύτερα ποσά σε χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία, με αποτέλεσμα να αυξάνεται το μερίδιο των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων σε σχέση με τα άλλα περιουσιακά στοιχεία που διακρατούν στα χαρτοφυλάκια τους. Ωστόσο, τα περιουσιακά στοιχεία που κατέχει ο χρηματοοικονομικός τομέας δεν απέφερε αύξηση των στοιχείων του ενεργητικού για τις μεγάλες εταιρείες. Η ανάγκη για την απόκτηση οικονομικών πόρων μέσω δανεισμού για την κάλυψη των τρεχουσών υποχρεώσεων αντανακλά ένα πρότυπο χρηματοδότησης «πόνζι» από την πλευρά των επιχειρήσεων. Η παρούσα εργασία σκιαγραφεί το παραπάνω πρότυπο για τα εταιρικά περιουσιακά στοιχεία και τις συνέπειές τους, με έμφαση στην οικονομία της Ινδίας.

  • ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚH ΕΡΓΑΣΙΑ ΥΠΟ ΕΞΕΛΙΞΗ No. 824 | Ιανουάριος 2015
    Ένα νέο πλαίσιο για την πρόβλεψη και την αξιολόγηση ενός δημόσιου τομέα με επίκεντρο την αποστολή
    Σήμερα, οι χώρες σε όλο τον κόσμο αναζητούν «έξυπνη» ανάπτυξη, καθοδηγούμενη από την καινοτομία, και ευελπιστούν ότι αυτή η ανάπτυξη θα είναι επίσης πιο «περιεκτική» και «βιώσιμη» από ό, τι στο παρελθόν. Η παρούσα εργασία υποστηρίζει ότι ένα τέτοιο κατόρθωμα απαιτεί επανεξέταση του ρόλου του κράτους και της δημόσιας πολιτικής στην οικονομία, που θα χρηματοδοτεί όχι μόνο τον «ρυθμό» της καινοτομίας αλλά θα σχεδιάζει και την «κατεύθυνσή» της. Απαιτεί μια νέα αιτιολόγηση της κρατικής παρέμβασης που πηγαίνει πέρα από τη «διόρθωση των αποτυχιών της αγοράς». Απαιτεί, επίσης, τη διαμόρφωση και τη δημιουργία των αγορών. Και, τέλος, προκειμένου μια τέτοια μορφή ανάπτυξης να καταστεί περισσότερο «περιεκτική», απαιτείται προσοχή στην επακόλουθη κατανομή των κινδύνων και της ανταμοιβής. Για να προσεγγίσουμε τις προκλήσεις της καινοτομίας του μέλλοντος, θα πρέπει να στρέψουμε τη συζήτηση μακριά από την ανησυχία για την «επιλογή νικητών» και του «παραγκωνισμού» προς τέσσερα βασικά ερωτήματα για το μέλλον: 1. Κατευθύνσεις: Πώς μπορεί η δημόσια πολιτική να γίνει κατανοητή από την άποψη του καθορισμού της κατεύθυνσης και της πορείας της αλλαγής; Τι διδάγματα μαθήματα μπορούμε να αντλήσουμε από τους τρόπους με τους οποίους τέθηκε το ζήτημα της κατεύθυνσης στο παρελθόν και πώς μπορούμε να τονώσουμε περισσότερο τον δημοκρατικό διάλογο σχετικά με την κατευθυντικότητα; 2. Αξιολόγηση: Πώς μπορεί μια εναλλακτική σύλληψη του ρόλου του δημόσιου τομέα στην οικονομία να μεταφραστεί σε νέους δείκτες και εργαλεία αξιολόγησης για την αξιολόγηση δημόσιων πολιτικών πέρα από την μικροοικονομική ανάλυση κόστους/οφέλους; Πώς αυτό μεταβάλλει την αφήγηση για την εκτόπιση και τον συνωστισμό; 3. Οργανωσιακή αλλαγή: Πώς πρέπει να δομηθούν οι δημόσιοι οργανισμοί, έτσι ώστε να εξυπηρετήσουν την ανάληψη κινδύνων και την διερευνητική ικανότητα και τις δυνατότητες που απαιτούνται για να οραματιστούμε και να διαχειριστούμε τις σύγχρονες προκλήσεις; 4. Κίνδυνοι και ανταμοιβή: πώς μπορεί να εφαρμοστεί αυτή η εναλλακτική σύλληψη, έτσι ώστε να πλαισιώνει επενδυτικά εργαλεία που όχι μόνο κοινωνικοποιούν τον κίνδυνο αλλά έχουν επίσης τη δυνατότητα να κοινωνικοποιήσουν τα οφέλη που επιτρέπουν στην «έξυπνη ανάπτυξη» να είναι «περιεκτική ανάπτυξη»;

  • ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚH ΕΡΓΑΣΙΑ ΥΠΟ ΕΞΕΛΙΞΗ No. 822 | Δεκέμβριος 2014
    Ένας συνδυασμός των ιδεών του Καρλ Μαρξ για την εργασία και του Hyman Minsky για το χρηματοοικονομικό σύστημα είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την κατανόηση της σημερινής καπιταλιστικής πραγματικότητας και για παρεμβάσεις στην οικονομική πολιτική. Ο καλύτερος τρόπος για να επιτευχθεί αυτό είναι μέσα από μια ιστορική ανάλυση, που εξετάζει τα διάφορα στάδια της εξέλιξης του καπιταλισμού. Με άλλα λόγια, αυτό που απαιτείται είναι μια μη-μηχανική θεωρία των μακρών κυμάτων στα πρότυπα της ανάλυσης του Schumpeter όπου ο χρηματοοικονομικός κεϋνσιανισμός του Minsky ενσωματώνεται στο πλαίσιο της ανάλυσης του Μαρξ για τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής. Αυτά είναι δύο απαραίτητα στοιχεία για την κατανόηση της ανόδου και της πτώσης του νεοφιλελευθερισμού. Ο Minsky πρόσφερε σημαντικά στοιχεία για την κατανόηση της λεγόμενης «νέας οικονομίας» του καπιταλισμού μέσω της οξυδερκούς αντίληψής του για τη νέα μορφή του καπιταλισμού, που προέκυψε την περίοδο της κεϋνσιανής εποχής και που ονόμασε «money manager capitalism». Η «νέα οικονομία» κατέρρευσε για πρώτη φορά με την κρίση των εταιριών dot-com και στη συνέχεια με την κρίση των subprime. Η εστίαση είναι στις μακροπρόθεσμες αλλαγές στον καπιταλισμό, στα στεγαστικά δάνεια υψηλού κινδύνου. Το κείμενο εστιάζει στις μακροπρόθεσμες αλλαγές στον καπιταλισμό, ιδίως σε αυτό που ο L. Randall Wray αποκαλεί η «προσέγγιση σταδίων» του Minsky. Ο στόχος μας είναι να δείξουμε ότι αυτό το θέμα σχετίζεται άμεσα με το θέμα της κοινωνικοποίησης της επένδυσης, που βρίσκεται στο επίκεντρο των συμπερασμάτων στο βιβλίο του Minsky το 1975 για τον Keynes.

  • ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ No. 5 | Νοέμβριος 2014
    Οι πολιτικές μηδενικών επιτοκίων και ποσοτικής χαλάρωσης του Ομοσπονδιακού Αποθεματικού των ΗΠΑ απέτυχαν να αποκαταστήσουν την ανάπτυξη στην αμερικανική οικονομία, όπως και αναμενόταν να συμβεί με βάση τη θεωρία (δηλαδή μέσω της αύξησης των δαπανών για επενδύσεις στο πλαίσιο της θεωρίας του Κέυνς ή από μια εκτεταμένη προσφορά χρήματος στο πλαίσιο της θεωρίας του Φρίντμαν και της στήριξης της από τον Μπερνάνκι). Ο ανώτερος μελετητής Jan Kregel αναλύει ορισμένα από τα επιχειρήματα ως προς το γιατί απέτυχαν οι συγκεκριμένες πολιτικές να δώσουν ώθηση στην οικονομική ανάκαμψη, δίνοντας έμφαση σε μια κοινή παρανόηση σχετικά με τη θεωρία προτίμησης ρευστότητας του Κέυνς. Για την ακρίβεια, ο Kregel υποστηρίζει ότι η προτίμηση ρευστότητας συνδέεται λανθασμένα με την πρόσφατη εφαρμογή της πολιτικής των μηδενικών επιτοκίων. Ο Kregel ισχυρίζεται, επίσης, ότι ο Κέυνς θα είχε εφαρμόσει την πολιτική των μηδενικών επιτοκίων εντελώς διαφορετικά, με τη ρύθμιση της προσφοράς και του επιτοκίου και αφήνοντας στην αγορά τον προσδιορισμό του όγκου των συναλλαγών. Το παρόν κείμενο πολιτικής διευκρινίζει τις θεωρητικές προσεγγίσεις του Κέυνς σχετικά με την αντισυμβατική νομισματική πολιτική και παρέχει μια ουσιαστική ανάλυση των αιτιών για τις οποίες οι πολιτικές των κεντρικών τραπεζών δεν κατάφεραν να επιτύχουν τους δεδηλωμένους στόχους τους.
    Αρχείο:
    Σχετικό Πρόγραμμα:
    Συγγραφέας/είς:
    Jan Kregel

  • ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ No. 6 | Δεκέμβριος 2014
    Υπάρχουν δύο ειδών επικρίσεις στην «αντισυμβατική» απάντηση της νομισματικής πολιτικής του Ομοσπονδιακού Αποθεματικού (Fed) των ΗΠΑ στην πρόσφατη χρηματοπιστωτική και οικονομική κρίση (Great Recession). Από τη μια μεριά υποστηρίζεται ότι ο τριπλασιασμός του μεγέθους του ισολογισμού της Fed θα προκαλέσει άνοδο του πληθωρισμού εξαιτίας του ότι η μαζική αύξηση των πλεοναζόντων αποθεματικών θα δαπανηθεί σε αγαθά και υπηρεσίες. Ακόμη χειρότερα, μια τέτοια εξέλιξη θα ισοδυναμούσε με μια προσπάθεια εκ μέρους του κράτους να διαγραφεί μέσω πληθωρισμού ένα τμήμα του χρέους που δημιουργήθηκε από τη στήριξη των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων μετά την κατάρρευση των τιμών των περιουσιακών στοιχείων τον Σεπτέμβριο του 2008. Από την άλλη μεριά προβάλλεται το επιχείρημα ότι η πολιτική των βραχυπρόθεσμων σχεδόν μηδενικών επιτοκίων και τα μέτρα ισοπέδωσης στην καμπύλη αποδόσεων θα στρεβλώσουν την κατανομή και την τιμολόγηση στις αγορές πιστώσεων και κεφαλαίων και θα εγγυηθούν την εμφάνιση μιας ακόμα φούσκας στις τιμές των περιουσιακών στοιχείων, ακόμη και ενώ επικρατούν αποπληθωριστικές τάσεις στις αγορές προϊόντων. Οι συγκεκριμένες επικρίσεις έχουν οδηγήσει σε εκκλήσεις για επιστροφή προς μια περισσότερο συμβατική νομισματική πολιτική, αν και υπάρχει γενικά συμφωνία ότι κάτι τέτοιο θα είχε αρνητικές επιπτώσεις στην οικονομία, τουλάχιστον σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα. Ωστόσο, δεδομένου ότι και οι δύο προαναφερθέντες μορφές κριτικής εμπεριέχουν λανθασμένες αναλύσεις, είναι πιθανό ότι οι εκτιμήσεις σχετικά με τις αρνητικές επιπτώσεις που θα μπορούσε να έχει η επιστροφή σε πιο συμβατικές πολιτικές είναι επίσης λανθασμένες.
    Αρχείο:
    Σχετικό Πρόγραμμα:
    Συγγραφέας/είς:
    Jan Kregel

  • ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚH ΕΡΓΑΣΙΑ ΥΠΟ ΕΞΕΛΙΞΗ No. 818 | Οκτώβριος 2014
    Κατά τη διάρκεια των τελευταίων δύο δεκαετιών οικονομικής στασιμότητας και επίμονου αποπληθωρισμού στην Ιαπωνία, τα χρόνια δημοσιονομικά ελλείμματα έχουν οδηγήσει σε υψηλά και συνεχώς αυξανόμενα επίπεδα την αναλογία του δημόσιου χρέους προς το ονομαστικό ΑΕΠ. Παρ' όλα αυτά, οι ονομαστικές αποδόσεις των μακροπρόθεσμων κρατικών ομολόγων της Ιαπωνίας μειώθηκαν αρχικά και έκτοτε έχουν μείνει σε εξαιρετικά χαμηλά και σταθερά επίπεδα. Αυτή η εξέλιξη έρχεται σε αντίθεση με τις αναλύσεις και τις εκτιμήσεις από την υπάρχουσα βιβλιογραφία, η οποία υποστηρίζει ότι τα μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα και τα υψηλά επίπεδα χρέους θα ασκήσουν ανοδικές πιέσεις στις ονομαστικές αποδόσεις των κρατικών ομολόγων. Η παρούσα εργασία προσπαθεί να κατανοήσει τους προσδιοριστικούς παράγοντες των ονομαστικών αποδόσεων των μακροπρόθεσμων κρατικών ομολόγων της Ιαπωνίας. Εξετάζει τη σχέση μεταξύ των ονομαστικών αποδόσεων των μακροπρόθεσμων κρατικών ομολόγων της Ιαπωνίας και των βραχυπρόθεσμων επιτοκίων και άλλων σχετικών παραγόντων, όπως τον χαμηλό πληθωρισμό, τις επίμονες αποπληθωριστικές πιέσεις και την αναιμική ανάπτυξη. Τα χαμηλά βραχυπρόθεσμα επιτόκια, που οφείλονται στην επιρροή της νομισματικής πολιτικής, ήταν ο κύριος λόγος για τις χαμηλές ονομαστικές αποδόσεις των μακροπρόθεσμων κρατικών ομολόγων της Ιαπωνίας. Επίσης, η παρούσα εργασία υποστηρίζει ότι η Ιαπωνία διαθέτει νομισματική κυριαρχία, που δίνει στην κυβέρνηση της Ιαπωνίας την ικανότητα να μπορεί να ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις του χρέους της. Η νομισματική κυριαρχία επιτρέπει στην Τράπεζα της Ιαπωνίας να ασκεί καθοδική πίεση στις ονομαστικές αποδόσεις των μακροπρόθεσμων κρατικών ομολόγων της χώρας με το να μπορεί να διατηρεί τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια σε χαμηλά επίπεδα και να χρησιμοποιεί άλλα εργαλεία της νομισματικής πολιτικής. Το επιχείρημα ότι τα τρέχοντα βραχυπρόθεσμα επιτόκια και η νομισματική πολιτική είναι οι κύριοι παράγοντες που επηρεάζουν και καθοδηγούν τις τάσεις των μακροπρόθεσμων επιτοκίων πηγάζει από τις ιδέες του Keynes (1930).

  • ΚΕΙΜΕΝO ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ No. 135 | Αύγουστος 2014
    Σε αντίθεση με τoν πρόσφατο ισχυρισμό της γερμανίδας καγκελαρίου Άνγκελα Μέρκελ, η ευρω-κρίση δεν έχει σχεδόν τελειώσει, αλλά παραμένει άλυτη, αφήνοντας την ευρωζώνη εξαιρετικά ευάλωτη σε ανανεωμένες πιέσεις. Στην πραγματικότητα, καθώς οι συμφωνηθέντες μεταρρυθμίσεις έχουν αποτύχει μέχρι στιγμής να μετατρέψουν τον ελαττωματικό και δυσλειτουργικό σχεδιασμό του ευρώ σε ένα βιώσιμο καθεστώς, η σημερινή ηρεμία στις χρηματοπιστωτικές αγορές είναι παραπλανητική και είναι απίθανο να διαρκέσει. Το ουσιαστικό ελάττωμα του καθεστώτος του ευρώ και η απόλυτη πηγή ευπάθειας είναι η αποσύνδεση των θεσμών της κεντρικής τράπεζας και του υπουργείου Οικονομικών (δηλαδή ενός ευρω-θησαυροφυλακίου) από τη νομισματική ένωση. Στο παρόν κείμενο πολιτικής, ο ερευνητής του Levy Institute Jörg Bibow προτείνει ένα σχέδιο ευρω-υπουργείου Οικονομικών για την επίλυση της κρίσης του ευρώ. Το ευρω-υπουργείο Οικονομικών θα διαμορφώσει τον άξονα της ισχύος θησαυροφυλακίου-κεντρικής τράπεζας που υπάρχει στο κέντρο ελέγχου στα κυρίαρχα κράτη. Δεδομένου ότι η ευρωζώνη δεν είναι στην πραγματικότητα ένα κυρίαρχο κράτος, το προτεινόμενο ευρω-υπουργείο Οικονομικών έχει σχεδιαστεί ειδικά ώστε να μην αποτελεί μια μεταβιβαστική ένωση. Επίσης, δεν εμπλέκεται με καμία προσπάθειας αμοιβαιοποίησης των υφιστάμενων εθνικών δημόσιων χρεών. Το ευρω-υπουργείο Οικονομικών θα αποτελεί το μέσο για να συγκεντρωθούν οι μελλοντικές δαπάνες για δημόσιες επενδύσεις στην ευρωζώνη, που θα χρηματοδοτούνται από κατάλληλους τίτλους του ευρω-θησαυροφυλακίου. Τα οφέλη και οι συνεισφορές θα μοιράζονται σε όλη τη νομισματική ένωση με βάση τα μερίδια του ΑΕΠ των κρατώ-μελών της ευρωζώνης. Το ευρω-υπουργείο Οικονομικών όχι μόνο θα θεραπεύσει τις δυνητικά θανατηφόρες γενετικές ανωμαλίες του ευρώ, αλλά θα παρέχει επίσης την απαραίτητη ώθηση για τον τερματισμό της κρίσης.

  • ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚH ΕΡΓΑΣΙΑ ΥΠΟ ΕΞΕΛΙΞΗ No. 799 | Μάιος 2014
    Μια χρηματοοικονομική άποψη
    Η παρούσα εργασία αναπτύσσει το πλαίσιο της ανάλυσης των νομισματικών συστημάτων που διαμορφώθηκε από οικονομολόγους όπως ο Macleod, ο Keynes, ο Innes και ο Knapp. Το συγκεκριμένο πλαίσιο δεν εστιάζει στις λειτουργίες που επιτελούνται από ένα αντικείμενο, αλλά στα χρηματοοικονομικά χαρακτηριστικά του. Οτιδήποτε έχει εκδοθεί από οποιονδήποτε μπορεί να αποτελέσει ένα νομισματικό μέσο και κάθε είδους υλικό μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να φτιαχτεί ένα νομισματικό μέσο, καθώς αυτά αποτελούν ασήμαντους παράγοντες όσον αφορά τη λειτουργία ενός νομισματικού μέσου. Αυτό που έχει σημασία είναι η ύπαρξη ειδικών χρηματοοικονομικών χαρακτηριστικών. Μέσα σε ένα κατάλληλο οικονομικό περιβάλλον, αυτά τα χαρακτηριστικά οδηγούν σε μια σταθερή ονομαστική αξία. Αυτό το πλαίσιο ανάλυσης ωθεί τον ερευνητή να μελετήσει τον τρόπο με τον οποίον μεταβάλλεται η εύλογη αξία ενός νομισματικού μέσου και τον τρόπο με τον οποίον η μεταβολή διαφέρει από τις μεταβολές στην αξία της λογιστικής μονάδας. Επίσης, παρέχει έναν οδικό χάρτη για την κατανόηση της νομισματικής ιστορίας και τους λόγους για τους οποίους διακρατούνται τα νομισματικά μέσα.

  • ΚΕΙΜΕΝO ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ No. 131 | Απρίλιος 2014
    Στο πλαίσιο των σημερινών συζητήσεων σχετικά με την κατάλληλη μορφή της μακροληπτικής ρύθμισης και των προτάσεων για την επιβολή ορίων στα επίπεδα ρευστότητας και κεφαλαίων, ο ανώτατος μελετητής Jan Kregel εξετάζει το έργο του Μίνσκι ως σύμβουλος κυβερνητικών υπηρεσιών που διερευνούσαν το ζήτημα της ρυθμιστικής μεταρρύθμισης τη δεκαετία του 1960. Όπως εξηγεί ο Kregel, αυτή η παραγκωνισμένη συνεισφορά του Μίνσκι, που συγκροτεί ουσιαστικά τον προκάτοχο της «υπόθεσης της χρηματοοικονομικής αστάθειας»,αποτελεί ένα επιπλέον χρήσιμο οδηγό στην προσπάθεια να εξηγήσουμε γιατί το καθεστώς της κανονιστικής ρύθμισης και της εποπτείας την περίοδο πριν από την κρίση του 2008 ήταν βαθιά ελαττωματικό, αλλά και γατί η προσέγγιση αναφορικά με την κανονιστική ρύθμιση παραμένει σήμερα άκρως προβληματική.

  • ΚΕΙΜΕΝO ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ No. 130 | Ιανουάριος 2014
    Στην εποχή της παγκόσμιας χρηματιστικής, η θεωρία της διαχείρισης της συνολικής ζήτησης κρατιέται ζωντανή, αλλά η χρησιμότητά της δεν είναι η ίδια, λέει ο Amit Bhaduri. Στο παρόν κείμενο δημόσιας πολιτικής, ο Bhaduri περιγράφει αυτό που θεωρεί ως την επικρατούσα σύγχρονη προσέγγιση στη διαχείριση της ζήτησης. Αποκομμένη από τις κεϋνσιανές της ρίζες, αυτή η «χυδαία» εκδοχή της θεωρίας της διαχείρισης της ζήτησης χρησιμοποιείται προκειμένου να δικαιολογηθούν πολιτικές που βρίσκονται σε έντονη αντίθεση με εκείνες που συνταγογραφούνται από το αυθεντικό κεϋνσιανό μοντέλο. Πρωταγωνιστικό ρόλο έχει η αύξηση των τιμών των περιουσιακών στοιχείων και η κατανάλωση τροφοδοτούμενη από το ιδιωτικό χρέος ενώ η δημοσιονομική πολιτική περνά στο περιθώριο. Επιστρέφοντας στα θεμέλια που οικοδομήθηκαν από τον Keynes και τον Kalecki,o Bhaduri επιδιώκει να αποσαφηνίσει αν υπάρχει χώρος για την παραδοσιακή θεωρία της διαχείρισης της ζήτησης—με κύρια χαρακτηριστικά την ελλειμματική δαπάνη και τις δημόσιες επενδύσεις—σε έναν παγκοσμιοποιημένο κόσμο. Το συμπέρασμά του είναι ότι τέτοιου είδους πολιτικές είναι τελικά αναπόφευκτες αν ο στόχος είναι η αναζωογόνηση της πραγματικής οικονομίας και η επίτευξη της σταθερότητας.

  • ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ No. 2 | Φεβρουάριος 2014
    Διδάγματα για την τρέχουσα συζήτηση σχετικά με το όριο του αμερικανικού χρέους
    Το 1943, το αμερικανικό Κογκρέσο βρέθηκε αντιμέτωπο με απρόβλεπτα μεγάλες πολεμικές δαπάνες, που ξεπερνούσαν το όριο του χρέους. Οι διάλογοι της περιόδου εκείνης που έλαβαν χώρα στο Κογκρέσο περιλαμβάνουν μια οξυδερκή συζήτηση για το πώς θα μπορούσαν να χρηματοδοτηθούν οι αυξημένες δαπάνες, με αναφορά σε πρακτικά και θεωρητικά ζητήματα που απουσιάζουν από τις σημερινές συζητήσεις. Σε μια συζήτηση που έλαβε χώρα το 1943, ο βουλευτής Wright Patman πρότεινε να δημιουργήσει το Υπουργείο Οικονομικών ένα ομόλογο αδιαπραγμάτευτου μηδενικού επιτοκίου, που θα το διαχειρίζονταν οι Ομοσπονδιακές Τράπεζες. Καθώς πλησιάζει η προθεσμία της 7ης Φεβρουαρίου για την αύξηση του ορίου του ομοσπονδιακού χρέους των ΗΠΑ, ο Ανώτατος Μελετητής Jan Kregel εξετάζει τις επιπτώσεις της πρότασης του Patman. Μερικά από τα διδάγματα είναι τα εξής: η κυβέρνηση μπορεί να χρηματοδοτήσει το χρέος με οποιοδήποτε επιτόκιο επιθυμεί, χωρίς να απολέσει τον έλεγχο πάνω από τα επιτόκια ως εργαλείο της νομισματικής πολιτικής. Το θέμα δεν είναι η χρηματοδότηση του χρέους. Το ερώτημα είναι αν το μέγεθος του ελλείμματος που θα χρηματοδοτηθεί είναι συμβατό με τη σταθερή επέκταση της οικονομίας.
    Αρχείο:
    Σχετικό Πρόγραμμα:
    Συγγραφέας/είς:
    Jan Kregel

  • ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ No. 8 | Αύγουστος 2013
    Αν και δεν είναι ευρέως κατανοητό, η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (Fed) διαθέτει τεράστια ανεκμετάλλευτη δύναμη για να τονώσει άμεσα την οικονομία ή να επηρεάσει τις ροές του δανεισμού και δαπανών που δημιουργούν θέσεις εργασίας. Αν λειτουργήσει με αυτό τον τρόπο, θα μπορούσε να εκπληρώσει τη συχνά παραμελημένη «διπλή εντολή» με την οποία είναι εξουσιοδοτημένη: να συμβάλλει με τη δράση της στη μέγιστη απασχόληση καθώς και στη σταθερότητα του χρήματος. Οι τεχνοκράτες της Fed συχνά επικαλούνται τα νομικά ή τα τεχνικά εμπόδια που δεν τους επιτρέπουν να δράσουν με αυτό τον τρόπο, αλλά οι αντιρρήσεις τους αντανακλούν μια θεσμική προκατάληψη που ευνοεί τον χρηματοοικονομικό τομέα έναντι της βιομηχανίας και το κεφάλαιο έναντι της εργασίας. Η κεντρική τράπεζα έχει άφθονο προηγούμενο από τη δική της ιστορία σχετικά με τη λήψη άμεσων δράσεων για την ενίσχυση της οικονομίας. Και έχει άφθονη νομική εξουσία να δανείζει σε όλα τα είδη των επιχειρήσεων που δεν είναι τράπεζες. Αυτό το κείμενο πολιτικής δημοσιεύθηκε αρχικά, υπό μια ελάχιστα τροποποιημένη μορφή φέροντας τον τίτλο «Can the Federal Reserve Help Prevent a Second Recession?» στο περιοδικό The Nation, 26 Νοεμβρίου 2012. Αναδημοσιεύεται έπειτα από έγκριση του περιοδικού.
    Αρχείο:
    Σχετικό Πρόγραμμα:
    Συγγραφέας/είς:
    William Greider

  • ΜΟΝΟΣΕΛΙΔΟ No. 42 | Σεπτέμβριος 2013
    Ίσως το πιο σοβαρό και καταδικάσιμο παράπτωμα που διέπραξαν οι καθεστωτικοί οικονομολόγοι την περίοδο 1988-2008 ήταν να επανεξετάσουν, βήμα προς βήμα, την πορεία του Keynes από το 1924 μέχρι το 1936. Η ολική απορρύθμιση του χρηματοπιστωτικού συστήματος και η άκρατη εμπιστοσύνη στον περιοριστικό ρόλο των κεντρικών τραπεζών προέκυψαν όταν η συμβατική σοφία αγκάλιασε την άποψη του 1924 ότι οι ελεύθερες αγορές και οι σταθερές τιμές από μόνες τους ήταν αυτά που μας προσέφεραν την καλύτερη ευκαιρία για οικονομική σταθερότητα. Στον απόηχο της κατάρρευσης της αγοράς περιουσιακών στοιχείων το 2008-09, εγκαταλείπουμε τώρα τον Keynes του 1924 για τον Keynes του 1936. Στην πραγματικότητα, μελετάμε τους οικονομικούς κύκλους, αλλά δείχνουμε ανίκανοι να απεγκλωβίσουμε την οικονομική επιστήμη από το να ψέλνει τα τροπάρια που έχει μάθει καθώς ξεδιπλώνεται το έργο της καπιταλιστικής οικονομίας.
    Αρχείο:
    Σχετικό Πρόγραμμα:
    Συγγραφέας/είς:
    Robert J. Barbera

  • ΜΟΝΟΣΕΛΙΔΟ No. 40 | Σεπτέμβριος 2013
    Η Nicola Matthews, από το Πανεπιστημίο του Μιζούρι στο Κάνσας Σίτι, παρουσιάζει τα ευρήματα της έρευνάς της σχετικά με τις πρακτικές δανεισμού της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ (Fed) μετά το ξέσπασμα της παγκόσμιας χρηματοοικονομικής κρίσης του 2008. Εφαρμόζοντας τις αρχές του Walter Bagehot, ανακαλύπτει ότι η Fed απομακρύνθηκε από την παραδοσιακή λειτουργία της κεντρικής τράπεζας ως δανειστής έσχατης προσφυγής, δανείζοντας σε αφερέγγυες τράπεζες χωρίς εγγυήσεις και δίχως επιτόκια τιμωρίας. Οι περισσότερες από τις έκτακτες διευκολύνσεις δανεισμού της Fed δάνειζαν με επιτόκια που κυμαίνονταν κατά μέσο όρο με τα επιτόκια της αγοράς ή ήταν χαμηλότερα (μερικές φορές πολύ χαμηλότερα) από τα επιτόκια της αγοράς. Οι κύριοι δικαιούχοι ήταν οι μεγάλες τράπεζες. Στο πλαίσιο αυτό, η Fed δεν βοηθούσε απλά τις αγορές, αλλά τις διαμόρφωνε. Η μεταρρύθμιση, καταλήγει η Matthews, είναι η μόνη λύση.
    Αρχείο:
    Σχετικό Πρόγραμμα:
    Συγγραφέας/είς:
    Nicola Matthews

  • ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ No. 7 | Αύγουστος 2013
    Η νομισματική πολιτική έχει ξεμείνει από καύσιμα. Πριν από έξι χρόνια, η απάντηση της Ομοσπονδιακής Τράπεζας (Fed) στην χρηματοοικονομική κρίση ήταν τρομερή: Δημιούργησε τρισεκατομμύρια δολάρια και πλημμύρισε το σύστημα με εύκολο χρήμα—αρκετό για να σταθεροποιήσει τις χρηματοπιστωτικές αγορές και να διασώσει τις πληγωμένες τράπεζες. Μείωσε τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια κοντά στο μηδέν και τα μακροπρόθεσμα επιτόκια των στεγαστικών δανείων σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα. Παρείχε στήριξη στον στεγαστικό τομέα με την αγορά τίτλων καλυπτόμενους από υποθήκες επί ακινήτων αξίας 1.25 τρις δολαρίων, που αποτελούσαν σχεδόν το ένα τέταρτο της αγοράς. Η διοχέτευση τρισεκατομμυρίων δολαρίων στην Γουόλ Στριτ έσωσε τις τράπεζες, αλλά δεν βοήθησε την πραγματική οικονομία, εκεί όπου ζουν και μοχθούν οι περισσότεροι Αμερικανοί, ενώ η Ουάσιγκτον φαίνεται να έχει επιλέξει τώρα μια πολιτική εφησυχασμού. Η Fed έχει επίγνωση του κινδύνου (ακόμα και αν δεν το αντιλαμβάνονται αυτό οι πολιτικοί) να διολισθήσει σε μια παγίδα ρευστότητας, η οποία θα αφοπλίσει τελείως τα εργαλεία της νομισματικής της πολιτικής. Έτσι, η Fed επιθυμεί να δει το Κογκρέσο και τον Λευκό Οίκο να ξεκινήσουν μια πολιτική δανεισμού και δαπανών, διότι, όταν ο ιδιωτικός τομέας χωλαίνει, η επανεκκίνηση της οικονομίας μπορεί να λάβει χώρα μόνο με την παρέμβαση της ομοσπονδιακής κυβέρνησης. Η χώρα χρειάζεται τώρα ένα ισχυρότερο Ομοσπονδιακό Αποθεματικό—μια κεντρική τράπεζα που δεν φοβάται να χρησιμοποιήσει τις τρομερές εξουσίες που διαθέτει προκειμένου να βοηθήσει άμεσα στην ανάκαμψη της πραγματικής οικονομίας. Ένας από τους τρόπους που μπορεί να το κάνει αυτό είναι με την αναθεώρηση—και την επέκταση—της τολμηρής ιδέας σχετικά με την ελάφρυνση του χρέους. Με την εκμετάλλευση της ισχύος της δημιουργίας χρήματος, η Fed μπορεί να συμβάλλει στην εκκαθάριση του χρέους από υποθήκες σπιτιών και φοιτητικά δάνεια, τα οποία αποτελούν τροχοπέδη για την ανάκαμψη της αμερικανικής οικονομίας. Το παρόν κείμενο πολιτικής αντλεί από άρθρα που δημοσιεύθηκαν αρχικά στο περιοδικό The Nation. Η αναδημοσίευση μέρος αυτών έχει λάβει την έγκριση της διεύθυνσης του περιοδικού.
    Αρχείο:
    Σχετικό Πρόγραμμα:
    Συγγραφέας/είς:
    William Greider

  • ΜΟΝΟΣΕΛΙΔΟ No. 38 | Ιούνιος 2013
    Η πρόσφατη έκθεση της μόνιμης υποεπιτροπής της αμερικανικής Γερουσίας για τις έρευνες σχετικά με τις δραστηριότητες της μονάδας Συνθετικού Χαρτοφυλακίου Πιστοδοτήσεων της JPMorgan Chase, που είναι επίσης γνωστή ως η «φάλαινα του Σίτι του Λονδίνου», έστρεψε εκ νέου την προσοχή στους κινδύνους των χρηματιστηριακών πράξεων/αγοραπωλησιών για ίδιο λογαριασμό (proprietary trading) από ασφαλισμένες τράπεζες και αποκαλύπτει το εύρος και την έκταση των κινδύνων που συνεχίζουν να υπάρχουν στο χρηματοοικονομικό σύστημα μετά την ενεργοποίηση του νόμου Dodd-Frank.
    Αρχείο:
    Σχετικό Πρόγραμμα:
    Συγγραφέας/είς:
    Jan Kregel

  • ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚH ΕΡΓΑΣΙΑ ΥΠΟ ΕΞΕΛΙΞΗ No. 763 | Μάιος 2013
    Η παρούσα εργασία εξετάζει από ιστορικό πλαίσιο τα πλεονάζοντα αποθεματικά και αναλύει αν αποτελούν πρόβλημα νομισματικής πολιτικής για την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (Fed) ή ένα ενδεχομένως πληθωριστικό πρόβλημα για τους υπόλοιπους από εμάς. Σε γενικές γραμμές, η ανάλυση δείχνει ότι τόσο σε απόλυτα όσο και σε σχετικά μεγέθη τα πλεονάζοντα αποθεματικά είναι ένα μεγάλο πρόβλημα για την Fed καθώς και για το ευρύ κοινό λόγω της πληθωριστικής δυνατότητας που διαθέτουν. Ωστόσο, όπως με όλους τους κινδύνους, το χρονικό πλαίσιο και η έκταση των ζημιών που μπορεί να προκαλέσει ο πληθωρισμός που καθοδηγείται από τα αποθεματικά δεν μπορούν να προσδιοριστούν. Μπορεί ακόμα και σήμερα να βρει κανείς τόσο επιστημονικά όσο και δημοσιογραφικά άρθρα που να υποστηρίζουν είτε ότι μια έκρηξη πληθωρισμού δεν θα μπορούσε ποτέ να συμβεί είτε ότι μια αυξανόμενη τάση προς τον παρατεταμένο αποπληθωρισμό είναι το πιο πιθανό αποτέλεσμα.

  • ΚΕΙΜΕΝO ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ No. 6 | Μάιος 1993
    Η δημιουργία ενός εθνικού συστήματος τραπεζών κοινοτικής ανάπτυξης θα βοηθούσε να καλυφθεί το χρηματοδοτικό κενό σε περιοχές  που δεν εξυπηρετούνται επαρκώς από τις παραδοσιακές τράπεζες παρά τις απαιτήσεις της Πράξης Κοινοτικής Επανεπένδυσης (CRA). Οι οργανισμοί αυτοί θα είχαν την ευθύνη να προσφέρουν πίστωση, υπηρεσίες πληρωμών και αποταμίευσης καθώς και βασική δανειοδότηση σε νοικοκυριά και μικρές επιχειρήσεις στις φτωχές συνοικίες. Ένα τέτοιο σύστημα δεν θα αντικαθιστούσε την CRA αλλά θα λειτουργούσε ως συμπληρωματικός παράγοντας στο σημερινό ρυθμιστικό καθεστώς.  Οι προτάσεις για εξαίρεση από τους κανόνες της CRA για τα αποταμιευτικά ιδρύματα που θα επενδύουν στα ίδια κεφάλαια των τραπεζών κοινοτικής ανάπτυξης θα αποδυνάμωναν την υφιστάμενη νομοθεσία. Τέτοιου είδους προτάσεις δεν συνάδουν με το πνεύμα της CRA και θα ακύρωνε το φόρουμ διαλόγου που λαμβάνει χώρα μεταξύ ενός τραπεζικού οργανισμού και της κοινότητας μέσα στην οποία λειτουργεί.

  • ΚΕΙΜΕΝO ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ No. 3 | Ιανουάριος 1993
    Πρόταση για την εγκαθίδρυση ενός εθνικού συστήματος τραπεζών κοινοτικής ανάπτυξης
    Το κείμενο προτείνει την εγκαθίδρυση ενός εθνικού συστήματος τραπεζών κοινοτικής ανάπτυξης για την προώθηση της κεφαλαιακής ανάπτυξης της οικονομίας. Η πρόταση βασίζεται στην άποψη ότι η υπάρχουσα χρηματοπιστωτική δομή είναι ιδιαίτερα αδύναμη όσον αφορά την εξυπηρέτηση ατόμων με χαμηλό εισόδημα, μειονότητες σε υποβαθμισμένες περιοχές του κέντρου και της πόλης, και μικρές και νεοσύστατες επιχειρήσεις. Οι πρωταρχικοί στόχοι των τραπεζών κοινοτικής ανάπτυξης είναι να προσφέρουν πίστωση, πληρωμές και προγράμματα αποταμίευσης σε κοινότητες που δεν εξυπηρετούνται επαρκώς από τις παραδοσιακές τράπεζες, καθώς και μορφές χρηματοδότησης για τις επιχειρήσεις που είναι πολύ μικρές για να προσελκύσουν το ενδιαφέρον των επενδυτικών και εμπορικών τραπεζών.

  • ΜΟΝΟΣΕΛΙΔΟ No. 36 | Ιανουάριος 2013
    Αρκετά χρόνια πριν από το ξέσπασμα της πρόσφατης χρηματοοικονομικής κρίσης, ο Lawrence Meyer, πρώην διοικητικό μέλος του Ομοσπονδιακού Αποθεματικού, έγραψε ότι η Ομοσπονδιακή Τράπεζα «αναφέρεται συχνά ως ο ισχυρότερος θεσμός στην Αμερική». Οι «αποφάσεις κλειδιά λαμβάνονται από 19 άτομα—τα ονόματα των οποίων ελάχιστοι γνωρίζουν—τα οποία συνεδριάζουν τακτικά πίσω από κλειστές πόρτες». Ο Bernard Shull εξετάζει την προέλευση και τη φύση της εξουσίας και της ανεξαρτησίας της Fed και επιθεωρεί την επίπτωση του Νόμου Dodd-Frank στην κεντρική τράπεζα των ΗΠΑ. Το συμπέρασμά του; Οι νέοι περιορισμοί στην Fed είναι στην καλύτερη περίπτωση μέτριοι και η συνεχιζόμενη επέκτασή των εξουσιών της γείρει αναπόφευκτα θέμα διακυβέρνησης.
    Αρχείο:
    Σχετικό Πρόγραμμα:
    Συγγραφέας/είς:
    Bernard Shull

  • ΜΟΝΟΣΕΛΙΔΟ No. 37 | Ιανουάριος 2013
    Η παγκόσμια χρηματοοικονομική κρίση έχει προκαλέσει ανανεωμένο ενδιαφέρον στη Συμφωνία Υπουργείου Οικονομικών-Ομοσπονδιακής Τράπεζας του 1951 και στα διδάγματα αυτής της διαπραγμάτευσης για την ανεξαρτησία της κεντρικής τράπεζας. Μια ευρύτερη ερμηνεία της Συμφωνίας και του ρόλου του Marriner Eccles στην Ομοσπονδιακή Τράπεζα Αποθεματικών θα διδάξει στους κεντρικούς τραπεζίτες ότι η ανεξαρτησία μπορεί να είναι ζωτικής σημασίας για την καταπολέμηση του πληθωρισμού, αλλά και να τους ενθαρρύνει να προσφέρουν στήριξη στις κυβερνητικές προσπάθειες για την καταπολέμηση του αποπληθωρισμού και της μαζικής ανεργίας.

  • ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚH ΕΡΓΑΣΙΑ ΥΠΟ ΕΞΕΛΙΞΗ No. 743 | Δεκέμβριος 2012
    Η εργασία παρέχει μια θεωρητική εξήγηση της διαδικασίας της συσσώρευσης, που υπολογίζει τις εξελίξεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές κατά το πρόσφατο παρελθόν. Συγκεκριμένα, η προσέγγισή μας εστιάζεται στην παρουσία των συσχετίσεων μεταξύ των φυσικών και χρηματοοικονομικών επενδύσεων και πως οι χρηματοοικονομικές επενδύσεις θα μπορούσαν να επηρεάσουν τις φυσικές επενδύσεις. Προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος αυτός, εξετάζονται δύο στοιχεία: οι μετοχές και τα ομόλογα. Η επιλογή αυτή μας επιτρέπει να δώσουμε εξήγηση σε δύο ακραίες εναλλακτικές δυνατότητες: την ανάληψη κινδύνου σε βραχυπρόθεσμο χρονικό διάστημα με άγνωστα κέρδη, ή την μακροπρόθεσμη δέσμευση με γνωστές αποδόσεις. Αυτή η προσέγγιση μπορεί επίσης να υπολογίσει την επίδραση του κόστους της εξωτερικής χρηματοδότησης και τον αντίκτυπο της χρηματοοικονομικής αβεβαιότητας, όπου στην πρώτη περίπτωση μεσολαβεί το επιτόκιο και στην δεύτερη η συναλλαγματική ισοτιμία. Με τον τρόπο αυτόν, αξιοποιούμε την κεϋνσιανή έννοια των συμβάσεων για τον προσδιορισμό των επενδύσεων. Αυτή η διαμόρφωση του μοντέλου υπολογίζεται στη συνέχεια με την εφαρμογή της διαφοράς GMM και του συστήματος GMM σε μια ομάδα από 14 χώρες του ΟΟΣΑ για την περίοδο μεταξύ 1970–2010.

  • ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚH ΕΡΓΑΣΙΑ ΥΠΟ ΕΞΕΛΙΞΗ No. 746 | Ιανουάριος 2013
    Μια καλετσκιανή προσέγγιση
    Το κείμενο εξετάζει έναν σημαντικό δίαυλο μέσω του οποίου η χρηματιστικοποίηση ή ο χρηματιστικός καπιταλισμός επηρεάζει τις μακροοικονομικές επιδόσεις: το κανάλι διανομής. Παρέχονται εμπειρικά στοιχεία για 15 ανεπτυγμένες οικονομίες, που καλύπτουν την περίοδο του χρηματιστικού καπιταλισμού από τις αρχές της δεκαετίας του 1980, σχετικά με τις ακόλουθες διαστάσεις της αναδιανομής: τη λειτουργική διανομή του εισοδήματος, την ατομική/ οικιακή διανομή, το μερίδιο και τη σύνθεση των ανώτατων εισοδημάτων. Οι συνέπειες της χρηματιστικοποίησης στη λειτουργική κατανομή του εισοδήματος εξετάζονται με μεγαλύτερη λεπτομέρεια με βάση το µοντέλο του Kalecki για τον προσδιορισμό του μεριδίου του εισοδήματος. Μερικές χαρακτηριστικές τάσεις της χρηματιστικοποίησης ενσωματώνονται στην προσέγγιση με βάση το μοντέλο του Kalecki, και διαπιστώνεται, μέσω της αναθεώρησης της εμπειρικής και οικονομετρικής βιβλιογραφίας, ότι η χρηματιστικοποίηση και ο νεοφιλελευθερισμός έχουν συμβάλει στην πτώση του μεριδίου του εισοδήματος από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 μέσα από τρεις βασικούς διαύλους: (1) τη μετατόπιση στην τομεακή σύνθεση της οικονομίας, (2) την αύξηση των διοικητικών μισθών και τις αυξανόμενες απαιτήσεις κέρδους εκ μέρους των ραντιέρηδων και (3) την αποδυνάμωση της συνδικαλιστικής διαπραγματευτικής ισχύος.

  • ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚH ΕΡΓΑΣΙΑ ΥΠΟ ΕΞΕΛΙΞΗ No. 742 | Δεκέμβριος 2012
    Οι οικονομικές συνέπειες μιας τοπικιστικής πολιτικής
    Οι χρηματοοικονομικές κρίσεις που συνοδεύονται από την απειλή μιας επακόλουθης ύφεσης και τον αποπληθωρισμό χρέους λαμβάνουν χώρα με αυξανόμενη ταχύτητα στις Ηνωμένες Πολιτείες από το 1980 έως σήμερα. Σχεδόν αντανακλαστικά, όταν έρχονται αντιμέτωποι με αυτές τις συνθήκες, οι αμερικανικοί θεσμοί και οι διαμορφωτές πολιτικής που διαχειρίζονται αυτούς τους θεσμούς ανταποκρίνονται με έναν τρόπο ο οποίος ανατρέπει με συνέπεια τη δυναμική ύφεσης-χρέους-αποπληθωρισμού. Από την άλλη μεριά, όμως, ενώ οι πολιτικές που εφαρμόστηκαν μπορούν να θεωρηθούν πετυχημένες, συνέβαλαν ωστόσο στον ηθικό κίνδυνο στις παγκόσμιες χρηματοπιστωτικές αγορές, ο οποίος κορυφώθηκε με την κρίση που ξεκίνησε το 2007. Παρ' όλα αυτά, τα απλά βήματα που έγιναν από τους καθιερωμένους θεσμούς επέτρεψαν στις Ηνωμένες Πολιτείες να εκτροχιάσουν τη δυναμική της ύφεσης, ενώ οι ευρωπαϊκές πολιτικές λιτότητας του στυλ 1930 αποδείχθηκαν το ίδιο αναποτελεσματικές όπως ήταν σχεδόν πριν από έναν αιώνα. Η σταθερή άρνηση της Ευρώπης, και συγκεκριμένα της Γερμανίας, να εφαρμόσει τη συνταγή των ΗΠΑ έχει ενδυναμώσει τις οικονομικές κακουχίες στην ήπειρο. Η κατάσταση είναι ανατριχιαστική και κάθε σοβαρός μελετητής της οικονομικής ιστορίας γνώριζε ότι η κατάσταση θα εξελισσόταν με αυτόν τον τρόπο. Είναι εύκολο να καταλάβουμε γιατί εφαρμόστηκαν άστοχες πολιτικές για την αντιμετώπιση της κρίσης στην ευρωζώνη. Η οικονομική θεωρία βλέπει με στραβό μάτι τον Κέυνς. Οι οικονομικές επιτυχίες, κυρίως στη Γερμανία, προσέφεραν τα λάθος διδάγματα, και η διαρκή αγωνία για τον πληθωρισμό απέσπασαν την προσοχή από τα βαθύτερα προβλήματα. Με το ξέσπασμα της κρίσης, η λάθος συνταγή για την κρίση ήταν αναμενόμενη. Αυτό που είναι πολύ πιο δύσκολο να γίνει κατανοητό είναι γιατί συνεχίζεται να προσφέρεται το δηλητήριο της λιτότητας εν μέσω σαφών αποδείξεων ότι ο ασθενής πεθαίνει. Ωστόσο, η τελευταία καλύτερη ελπίδα για την Ευρώπη φαίνεται να είναι ο πρόεδρος της ΕΚΤ Μάριο Ντράγκι. Δείχνει ότι μπορεί να μιλάει γερμανικά, αλλά να ενεργεί ως ευρωπαίος.

  • ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚH ΕΡΓΑΣΙΑ ΥΠΟ ΕΞΕΛΙΞΗ No. 738 | Νοέμβριος 2012
    Ο Jörg Bibow, ερευνητής στο Ινστιτούτου Οικονομικών Levy, διερευνά το ρόλο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) στη λειτουργία (ή μάλλον στη δυσλειτουργία) της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης (ΟΝΕ) στην Ευρώπη, με επίκεντρο τη γερμανική πνευματική και ιστορική παράδοση που βρίσκεται πίσω από το καθεστώς της πολιτικής του ευρώ και του κηδεμόνα του, που είναι η κεντρική τράπεζα. Η ανάλυσή του αντιπαραθέτει την αντίληψη του Κέυνς για το χρήμα και το κεντρικό τραπεζικό σύστημα με την μεταπολεμική γερμανική παράδοση, που εκπροσωπείται από την Μπούντεσμπανκ και βασίζεται στο φόβο της δημοσιονομικής κυριαρχίας. Ο Κέυνς έβλεπε την κεντρική τράπεζα ως όργανο του κράτους, που οδηγεί και ελέγχει το χρηματοπιστωτικό σύστημα και την ευρύτερη οικονομία, αλλά αποτελεί σε τελική ανάλυση αναπόσπαστο μέρος του κράτους και ελέγχεται από αυτό. Σε αντίθεση, «το καθεστώς του Μάαστριχτ», που είναι γερμανικής κατασκευής, τοποθετεί την κεντρική τράπεζα πάνω από το κράτος. Ουσιαστικά, παρατηρεί ο Bibow, η εθνική επιτυχία του μοντέλου της Μπούντεσμπανκ στην προ-ΟΝΕ εποχή έχει αφήσει την Ευρώπη εγκλωβισμένη με ένα καθεστώς πολιτικής που είναι παντελώς ακατάλληλο για την περιοχή στο σύνολό της. Αλλά η μεταρρύθμιση του καθεστώτος περιπλέκεται από τη σοβαρή ανισορροπία στις θέσεις της ανταγωνιστικότητας που έχουν διαμορφωθεί εντός της ευρωζώνης και από την κληρονομιά του χρέους. Ο αναπροσανατολισμός της ΕΚΤ προς την ανάπτυξη και τη σταθερότητα των τιμών θα πρέπει να αποτελεί μέρος της οποιασδήποτε λύσης, καθώς και ο επαναπροσδιορισμός της δημοσιονομικής πολιτικής για την ανάπτυξη και τις επενδύσεις.

  • ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚH ΕΡΓΑΣΙΑ ΥΠΟ ΕΞΕΛΙΞΗ No. 731 | Σεπτέμβριος 2012
    Μια βασική διόρθωση στην λογιστική προσέγγιση
    Η εργασία αυτή θεωρεί δεδομένη την επεξηγηματική ανωτερότητα της ενοποιημένης νομισματικής προσέγγισης. Θα αποδείξει ότι η λογιστική προσέγγιση θα μπορούσε να προσφέρει ακόμα περισσότερα, με την προϋπόθεση ότι απελευθερώνεται από θεωρητικά αβάσιμες έννοιες όπως αυτήν του ΑΕΠ και άλλων τεχνημάτων της προσέγγισης της ισορροπίας. Η εθνική λογιστική, ως εκ τούτου, δεν παρέχει ένα μοντέλο της οικονομίας, αλλά αποτελεί μια αριθμητική αντανάκλαση της υποκείμενης θεωρίας. Αυτή η θεωρία είναι που θα εξεταστεί, θα διορθωθεί, και τελικά θα αντικατασταθεί στο κείμενο που ακολουθεί. Το επίσημο σημείο αναφοράς είναι «η ενοποιημένη προσέγγιση για την πίστωση, το χρήμα, το εισόδημα, την παραγωγή και τον πλούτο» που ανέπτυξαν οι Wynne Godley και Marc Lavoie.

  • ΚΕΙΜΕΝO ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ No. 125 | Αύγουστος 2012
    Μια οικονομικά στρεβλή λύση για τη μεταρρύθμιση του χρηματοοικονομικού τομέα
    Πριν ακόμη εφαρμοστεί πλήρως ο νόμος, οι ατέλειες της ρυθμιστικής προσέγγισης που εμπεριέχονται στο Νόμο Dobb-Frank γίνονται όλο και πιο φανερές. Το ένα χρηματοοικονομικό σκάνδαλο ξεσπάει μετά το άλλο, και παγιώνεται πλέον η αντίληψη ότι υπάρχει πιεστική ανάγκη να εντοπίσουμε πιο ισχυρές εναλλακτικές ρυθμιστικές λύσεις. Η πραγματική πρόκληση για τη χρηματοοικονομική μεταρρύθμιση είναι να αναπτυχθεί ένα όραμα για μια χρηματοοικονομική δομή που θα απλοποιήσει το σύστημα και τις δραστηριότητες των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων ώστε να μπορούν να ρυθμιστούν και να εποπτεύονται αποτελεσματικά. Στο πλαίσιο του σημερινού ανανεωμένου ενδιαφέροντος για το «Σχέδιο του Σικάγο» στην εποχή της Μεγάλης Ύφεσης, που προτείνει 100 τοις εκατό αποθεματικά για τη στήριξη των αποταμιεύσεων, ο Ανώτατος ΜελετητήςJan Kregel στρέφεται προς μια παρόμοια πρόταση του Hyman Minsky, για ένα «στενό τραπεζικό» σύστημα, που προβλήθηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1990. Για λόγους που οδήγησαν τελικά τον ίδιο τον Minsky στο να απορρίψει την πρόταση, καθώς και για λόγους που εξετάζονται εδώ από τον Kregel και που έχουν ακόμη μεγαλύτερη σημασία στο σημερινό πολιτικό κλίμα, η πρόταση για ένα «στενό τραπεζικό» σύστημα θεωρείται ότι έχει αρκετές αδυναμίες.

  • ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚH ΕΡΓΑΣΙΑ ΥΠΟ ΕΞΕΛΙΞΗ No. 730 | Αύγουστος 2012
    Οι οικονομίες της αγοράς και οι κεντρικά κατευθυνόμενες οικονομίες έχουν διαφοροποιηθεί εδώ και πολύ καιρό από την παρουσία της εναλλακτικής επιλογής μέσα σε ένα πλαίσιο πολυμορφίας. Ωστόσο, το μεγαλύτερο μέρος της επικρατούσας οικονομικής θεωρίας βασίζεται στην ύπαρξη της ομοιομορφίας. Το κείμενο αυτό παρουσιάζει τις επιπτώσεις αυτής της αντίφασης για τη θεωρία των τιμών, τη δημιουργία εισοδήματος και την ανάλυση της πρόσφατης οικονομικής κρίσης, και ασκεί κριτική στην παραδοσιακή θεωρία από τη θεσμική σκοπιά, όπως την ανέπτυξε ο J. Foster Fagg.

  • ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ No. 9 | Αύγουστος 2012
    Αποκαλύφθηκε το στήσιμο του διατραπεζικού επιτοκίου—και ο ένοχος είναι η Τράπεζα της Αγγλίας!
    Με τη διάδοση των πορισμάτων των διαφόρων επίσημων εκθέσεων, έγινε όλο και περισσότερο προφανές ότι στη δόλια χειραγώγηση του LIBOR συμμετείχαν τα περισσότερα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα κα πως οι διοικήσεις των τραπεζών και οι ρυθμιστικές αρχές δεν ήταν σε θέση να μπορούν να παρακολουθούν αποτελεσματικά τις δραστηριότητες των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων επειδή αυτά τα ιδρύματα είναι πλέον πολύ μεγάλα για αποτελεσματική διοικητική διαχείριση και πολύ μεγάλα για αποτελεσματική ρύθμιση. Ωστόσο, αντί να αντληθεί το προφανές συμπέρασμα—ότι απαιτούνται διαρθρωτικές αλλαγές προκειμένου να συρρικνωθεί το μέγεθος των τραπεζών σε τέτοιο βαθμό που να μπορούν να ρυθμιστούν αποτελεσματικά, όπως έχει προταθεί σε πολλές περιπτώσεις από το Ινστιτούτο Οικονομικών Levy—η συζήτηση στα μέσα ενημέρωσης και τους πολιτικούς κύκλους έχει επικεντρωθεί γύρω από το ερώτημα εάν το πρόβλημα ήταν αποτέλεσμα της αποτυχίας των κεντρικών τραπεζών και των κρατικών ρυθμιστικών αρχών να ανταποκριθούν στις επανειλημμένες υποδείξεις περί χειραγώγησης του διατραπεζικού επιτοκίου και να θέσουν σε τέλος τις δόλιες συμπεριφορές των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων. Ακριβώς όπως και με τις «αντισταθμιστικές» απώλειες στην JPMorgan Chase, όπου η συγκεκριμένη περίπτωση έχει χαρακτηριστεί ως αποτέλεσμα μιας παράνομης συμπεριφοράς εκ μέρους κάποιων μεμονωμένων traders, αφήνοντας στο απυρόβλητο τα ανώτατα διοικητικά στελέχη των τραπεζών, οι πολιτικοί και τα μέσα ενημέρωσης αναρωτιούνται τώρα σε ποιο βαθμό επέτρεψαν, ή ακόμη και ενθάρρυναν, οι κρατικές αρχές την χειραγώγηση του διατραπεζικού επιτοκίου, αγνοώντας συνειδητά με αυτόν τον τρόπο την κατάφωρη κατάχρηση των τραπεζών σχετικά με τις αρχές και τα πρότυπα καλής τραπεζικής πρακτικής. Ακριβώς όπως στην περίπτωση της JPMorgan, η μόνη αντίδραση ήταν να απολυθούν τα υπεύθυνα άτομα αντί να αμφισβητεί η δομή και το μέγεθος των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων που έκαναν τη διαχείριση και την αστυνόμευση αυτής της παράνομης δραστηριότητας να είναι τόση δύσκολη. Για άλλη μια φορά, η εστίαση ήταν στη συμπεριφορά μερικών ατόμων και όχι στο πόσο σάπιο είναι το ίδιο το οικοδόμημα των σημερινών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων. Αλλά στο σκάνδαλο της χειραγώγησης του διατραπεζικού επιτοκίου, η ad hominem ενοχή έχει επεκταθεί και σε στελέχη των κεντρικών τραπεζών στο Ηνωμένο Βασίλειο και τις Ηνωμένες Πολιτείες.
    Αρχείο:
    Σχετικό Πρόγραμμα:
    Συγγραφέας/είς:
    Jan Kregel

  • ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ No. 8 | Ιούλιος 2012
    Από την αρχή της ίδρυσής της, η ευρωπαϊκή νομισματική ένωση ήταν καταδικασμένη να αποτύχει. Τα προβλήματα που βλέπουμε τώρα, από τις κρίσεις φερεγγυότητας στην περιφέρεια έως τις επιδρομές στις τράπεζες στην Ισπανία, την Ελλάδα και την Ιταλία, πηγάζουν μέσα από την ίδια τη δομή της ευρωπαϊκής νομισματικής ένωσης και του τραπεζικού της συστήματος. Οι πολιτικοί έχουν ομολογουμένως ανταποκριθεί σε αυτές τις διάφορες καταστάσεις έκτακτης ανάγκης με ένα ανέμπνευστο μίγμα παρελκυστικών τακτικών και αυτοκαταστροφικών πολιτικών γκαφών, αλλά το πιο θεμελιώδες λάθος από όλα έγινε πολύ πριν από τη κλιμάκωση της τρέχουσας κρίσης. Αυτό που βλέπουμε είναι τα αποτελέσματα ενός ελαττωματικού σχεδιασμού. Όταν μεμονωμένα έθνη όπως η Ελλάδα ή η Ιταλία εντάχθηκαν στην ευρωπαϊκή νομισματική ένωση, υιοθέτησαν κατ΄ ουσίαν ένα ξένο νόμισμα—το ευρώ—αλλά διατήρησαν την ευθύνη για τη δημοσιονομική πολιτική της χώρας τους. Αυτός ο διαχωρισμός της δημοσιονομικής πολιτικής από ένα κυρίαρχο νόμισμα είναι το μοιραίο ελάττωμα που διαλύει την ευρωζώνη.

  • ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚH ΕΡΓΑΣΙΑ ΥΠΟ ΕΞΕΛΙΞΗ No. 717 | Μάιος 2012
    Η εργασία αυτή ενσωματώνει τις διάφορες συνιστώσες μιας εναλλακτικής, ετερόδοξης άποψης αναφορικά με την προέλευση του χρήματος και την ανάπτυξη του σύγχρονου χρηματοπιστωτικού συστήματος με τρόπο που να συνάδει με τα ευρήματα των ιστορικών και των ανθρωπολόγων. Όπως είναι γνωστό, η ορθόδοξη ερμηνεία της προέλευσης και της εξέλιξης του χρήματος ξεκινά με τη δημιουργία ενός μέσου ανταλλαγής προκειμένου να μειωθεί το κόστος λειτουργίας του αντιπραγματισμού. Αναμφίβολα, η ιστορία του χρήματος χάνεται στα βάθη του χρόνου καθώς η εφεύρεση του χρήματος είναι προγενέστερη της γραφής. Επιπλέον, η ιστορία του χρήματος είναι αμφιλεγόμενη. Τέλος, ακόμη και οι ορθόδοξοι οικονομολόγοι απορρίπτουν το μοντέλο του Ροβινσώνα Κρούσου—και την πορεία της εξέλιξης από το εμπορευματικό χρήμα στο παραστατικό χρήμα—ως ιστορικά ανακριβές. Στο πλαίσιο αυτό, η ιστορία σχετικά με την προέλευση και την εξέλιξη του χρήματος έχει σχεδιαστεί προκειμένου να διαφωτίσει τη «φύση» του χρήματος. Η ορθόδοξη ερμηνεία εφιστά την προσοχή στο χρήμα ως ένα μέσο ανταλλαγής για την ελαχιστοποίηση του κόστους. Οι ετερόδοξοι οικονομολόγοι απορρίπτουν τη φορμαλιστική μεθοδολογία που υιοθετήθηκε από τους ορθόδοξους οικονομολόγους υπέρ μιας ουσιαστικής μεθοδολογίας. Στη φορμαλιστική μεθοδολογία, ο οικονομολόγος ξεκινά με το μοντέλο της ορθολογικής συμπεριφοράς του ανθρώπου—δηλαδή του ορθολογικά σκεπτόμενου ανθρώπου που αντιμετωπίζει μια κατάσταση περιορισμένων πόρων και απεριόριστων επιθυμιών. Δεδομένου ότι η φορμαλιστική μεθοδολογία βασίζεται στην αφαίρεση του ιστορικού στοιχείου, υποτίθεται ότι έχει εφαρμογή σε όλες τις ανθρώπινες κοινωνίες. Οι ετερόδοξοι οικονομολόγοι υποστηρίζουν ότι η οικονομία έχει να κάνει με τη μελέτη των θεσμοθετημένων αλληλεπιδράσεων ανάμεσα στους ανθρώπους και μεταξύ ανθρώπου και φύσης. Η οικονομία είναι ένα συστατικό του πολιτισμού, και πιο συγκεκριμένα της υλικής διαδικασίας της ζωής της κοινωνίας. Ως εκ τούτου, η «ουσιαστική» (substantive) οικονομική επιστήμη δεν προβαίνει σε αφαίρεση των θεσμών που συμβάλλουν στη διαμόρφωση των οικονομικών διαδικασιών· και το πρόβλημα της ουσιαστικότητας δεν είναι τυπικό θέμα επιλογής, αλλά ένα πρόβλημα που σχετίζεται άμεσα με την παραγωγή και τη διανομή. Μια ισχυρή κριτική της ορθόδοξης ερμηνείας σχετικά με το χρήμα μπορεί να αναπτυχθεί χρησιμοποιώντας τα πορίσματα της συγκριτικής ανθρωπολογίας, της συγκριτικής ιστορίας, και της συγκριτικής οικονομικής. Δεδομένης της ενταγμένης/ενσωματωμένης φύσης του οικονομικού φαινομένου σε προηγούμενες κοινωνίες, η κατανόηση του τι πραγματικά είναι το χρήμα και τι κάνει είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την ανάπτυξη αυτής της προσέγγισης. Στη συνέχεια μπορεί να γίνει αντιπαραβολή με τη λειτουργία των προ-καπιταλιστικών κοινωνιών προκειμένου να επιτραπεί η αναγνώριση εκείνων των μορφών των προ-καπιταλιστικών κοινωνιών που θα χρησιμοποιήσουν το χρήμα και το είδος του χρήματος που θα χρησιμοποιηθεί σε αυτές τις κοινωνίες. Αυτή η κατανόηση είναι απαραίτητη για μια ενημερωμένη εικασία σχετικά με την προέλευση του χρήματος. Η συγκριτική προσέγγιση που χρησιμοποιείται από ετερόδοξους οικονομολόγους ξεκινά με την κατανόηση του ρόλου που διαδραματίζει το χρήμα στις καπιταλιστικές οικονομίες, η οποία έχει ουσιώδη χαρακτηριστικά με τις αναλύσεις που αναπτύχθηκαν από ένα ευρύ φάσμα θεσμικών, κεϋνσιανιστών, μετα-κεϋνσιανιστών και μαρξιστών οικονομολόγων. Η εργασία αυτή χρησιμοποιεί την κατανόηση που αναπτύχθηκε από την συγκριτική ανθρωπολογία και τη συγκριτική ιστορία των προ-καπιταλιστικών κοινωνιών προκειμένου να ανακατασκευάσει ορθολογικά την προέλευση του χρήματος.

  • ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ No. 6 | Ιούνιος 2012
    Τι μας λένε οι απώλειες που προήλθαν από παράγωγα στο κεντρικό γραφείο επενδύσεων της JPMorgan Chase για τις αδυναμίες του νόμου Dodd-Frank
    Τι μπορούμε να διδαχθούμε από την πρόσφατη αυτοαποκαλούμενη «ηλιθιότητα» της JPMorgan Chase στην προσπάθεια αντιστάθμισης κινδύνου της παγκόσμιας θέσης της τράπεζας; Σαφώς, η περιγραφή των συναλλαγών της τράπεζας ως «τσαπατσούλικες» και αντανάκλαση «κακής εκτίμησης» είχε στόχο, στην περίπτωση αυτή, να αποτρέψει τα δημοσιεύματα στον Τύπο για τις μεγάλες απώλειες που υπέστη η τράπεζα από το να χρησιμοποιηθούν για να δικαιολογήσουν την εισαγωγή αυστηρότερων κανόνων ρύθμισης για τα μεγάλα, πολυλειτουργικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Αλλά τα διδάγματα που αντλούνται δεν εντοπίζονται στις ιδιαιτερότητες της στρατηγικής αντιστάθμισης που διαμορφώθηκε προκειμένου να προστατευθεί η τράπεζα από μια αναμενόμενη μείωση της αξίας των εταιρικών ομολόγων της, ή οποιουδήποτε άλλου «παγκόσμιου» χαρτοφυλακίου με ενέργειες αντιστάθμισης κινδύνου. Το πρώτο δίδαγμα είναι το εξής: παρά την οξυδέρκεια τους να αποφύγουν τα χειρότερα από την κρίση ενυπόθηκων δανείων υψηλού κινδύνου, τα ανώτατα διοικητικά στελέχη της τράπεζας δεν είχαν ξεκάθαρη εικόνα της έκθεσης της τράπεζας σε κινήσεις αντιστάθμισης κινδύνου, κάτι το οποίο αποδεικνύει ότι η τράπεζα ήταν «πάρα πολύ μεγάλη για να διοικηθεί». Και αν ήταν πάρα πολύ μεγάλη για να διοικηθεί, ήταν σαφώς πολύ μεγάλη για να ελεγχθεί αποτελεσματικά.
    Αρχείο:
    Σχετικό Πρόγραμμα:
    Συγγραφέας/είς:
    Jan Kregel

  • ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚH ΕΡΓΑΣΙΑ ΥΠΟ ΕΞΕΛΙΞΗ No. 724 | Μάιος 2012
    Η εργασία αυτή ερευνά το πλαίσιο και το περίγραμμα του σύγχρονου Θεσμικού μετα-Κεϋνσιανισμού (ΘΜΚ). Ξεκινά με την ανασκόπηση της πρόσφατης κριτικής διακεκριμένων οικονομολόγων στα παραδοσιακά οικονομικά και εξετάζει, εντός του ισχύοντος πλαισίου, τις σημαντικότερες πτυχές της έρευνας που άνοιξαν το δρόμο για το ΘΜΚ. Στη συνέχεια, σκιαγραφεί τα βασικά στοιχεία του ΘΜΚ, αντλώντας σε μεγάλο βαθμό από τις συνεισφορές του Χάιμαν Μίνσκι, και προσδιορίζει τις κατευθύνσεις για μελλοντική έρευνα. Αν και υπάρχουν πολλά περιθώρια για περαιτέρω ανάπτυξη, ο ΘΜΚ προσφέρει μια πολλά υποσχόμενη αφετηρία για την οικονομική επιστήμη μετά τη Μεγάλη Κάμψη.

  • ΜΟΝΟΣΕΛΙΔΟ No. 30 | Μάιος 2012
    Ο Χάιμαν Μίνσκυ είχε συγκεκριμένες απόψεις για το πώς θα έπρεπε να αναδιαμορφωθεί το ρυθμιστικό σύστημα και η χρηματοοικονομική αρχιτεκτονική, και ένα από τα πολλά μαθήματα που μπορούμε να αντλήσουμε από το έργο του είναι ότι υπάρχει μια στενή σχέση ανάμεσα στον τρόπο που σκεφτόμαστε για την προοπτική της αστάθειας των χρηματοπιστωτικών αγορών και το πώς προσεγγίζουμε το ζήτημα της χρηματοοικονομικής ρύθμισης. Η ρύθμιση δεν μπορεί να είναι αποτελεσματική εάν βασίζεται απλά σε «αποσπασματικά» μέτρα που παράγονται ως αντίδραση στη σημερινή «στιγμή», έγραψε ο Μίνσκυ. Αυτό που πρέπει να γίνει είναι να αναδιαμορφωθεί η ίδια η δομή του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

  • ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚH ΕΡΓΑΣΙΑ ΥΠΟ ΕΞΕΛΙΞΗ No. 713 | Απρίλιος 2012
    Μια επανερμηνεία του άρθρου του Henry Simons «Κανόνες έναντι εξουσιών στη νομισματική πολιτική»
    To άρθρο του Henry Simons, με τίτλο «Rules versus Authorities in Monetary Policy» («Κανόνες έναντι εξουσιών στη νομισματική πολιτική»), που δημοσιεύθηκε το 1936, αποτελεί κεντρικό σημείο αναφοράς στη διεθνή βιβλιογραφία για την ανεξαρτησία της κεντρικής τράπεζας και τη διαμόρφωση της νομισματικής πολιτικής γύρω από κανόνες. Όμως, μια πιο προσεκτική ανάγνωση του άρθρου αποκαλύπτει μια πιο ευέλικτη πολιτική συνταγή, που δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην ανάγκη ελέγχου του βραχυπρόθεσμου δανεισμού. Η τραπεζική πίστωση θεωρείται μια πολύ ασταθής διαδικασία και ο έλεγχος στις τιμές, κατά την άποψή του Simons, δεν είναι εφικτός χωρίς τον περιορισμό της ικανότητας των τραπεζών να δημιουργούν χρήμα μέσω της χορήγησης δανείων. Αυτά τα στοιχεία στη θεωρία του χρήματος που ανέπτυξε ο Simons αποτελούν τη βάση στην «υπόθεση της χρηματοοικονομικής αστάθειας» του Hyman P. Minsky. Αυτό δεν πρέπει να εκπλήσσει καθώς ο Simons ήταν καθηγητής του Minsky στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο στα τέλη του 1930. Στο άρθρο που ακολουθεί εξετάζω τα κοινά χαρακτηριστικά που παρουσιάζουν οι θεωρίες τους περί χρηματοοικονομικής αστάθειας και τη σημασία του έργου τους για τη συζήτηση αναφορικά με την μακροπροληπτική εποπτεία και την άσκηση της νομισματικής πολιτικής. Σύμφωνα με τον Minsky και τον Simons, ο έλεγχος του χρηματικού κεφαλαίου αποτελεί προαπαιτούμενο για την επιτυχημένη νομισματική πολιτική και την οικονομική σταθεροποίηση.

  • ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚH ΕΡΓΑΣΙΑ ΥΠΟ ΕΞΕΛΙΞΗ No. 711 | Μάρτιος 2012
    Μια ερμηνεία στο πλαίσιο της ανάλυσης του Minsky για τα αίτια της κρίσης, τις διασώσεις της Ομοσπονδιακής Τράπεζας και το μέλλον
    Η παρούσα εργασία παρέχει μια γρήγορη επισκόπηση των αιτιών της παγκόσμιας χρηματοοικονομικής κρίσης που ξεκίνησε το 2007. Υπήρξαν πολλοί παράγοντες που συνέβαλαν στο ξέσπασμα της κρίσης, αλλά ανάμεσα στους πιο σημαντικούς ήταν η αυξανόμενη ανισότητα και τα στάσιμα εισοδήματα για τους περισσότερους αμερικανούς εργαζόμενους, το αυξανόμενο χρέος του ιδιωτικού τομέα στις Ηνωμένες Πολιτείες και σε πολλές άλλες χώρες, η χρηματιστικοποίηση της παγκόσμιας οικονομίας (μια πολύ πολύπλοκη διαδικασία), η απορρύθμιση και η έλλειψη εποπτείας των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, και η υπερβολικά σφιχτή δημοσιονομική πολιτική που εφαρμόστηκε σε πολλές χώρες. Η ανάλυση υιοθετεί μια προσέγγιση στο πλαίσιο των φάσεων του καπιταλισμού που αναπτύχθηκε από τον Hyman P. Minsky. Σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, η σταδιακή μεταμόρφωση της οικονομίας κατά τη διάρκεια της μεταπολεμικής περιόδου έχει αναπαράγει με πολλούς ποικίλους τρόπους τις συνθήκες που οδήγησαν στη Μεγάλη Ύφεση. Στη συνέχεια, η μελέτη εξετάζει τη διάσωση του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος από την κυβέρνηση των ΗΠΑ. Ενώ άλλες κυβερνήσεις συνέβαλαν στα σχέδια διάσωσης του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος, το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών (Treasury) και η Ομοσπονδιακή Τράπεζα (Fed) είχαν τον πρωταγωνιστικό ρόλο και το μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης. Μια λεπτομερής εξέταση της απόκρισης της Fed δείχνει πόσο πρωτοφανή—και ενδεχομένως παράνομη—ήταν η επέκταση του «διχτύου ασφαλείας» του κράτους για τα μεγαλύτερα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Το κείμενο κλείνει με την αξιολόγηση των προβλημάτων που θα προκύψουν από το σχέδιο διάσωσης στο μέλλον.

  • ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚH ΕΡΓΑΣΙΑ ΥΠΟ ΕΞΕΛΙΞΗ No. 709 | Φεβρουάριος 2012
    Κίνητρα, αντίμετρα και ο νόμος Dodd-Frank
    Οι κρατικές πολιτικές χαλαρής αντιμετώπισης, στήριξης και διάσωσης των τραπεζών και άλλων χρηματοπιστωτικών οργανισμών που θεωρούνται «πολύ μεγάλοι για να καταρρεύσουν» αναγνωρίζονται ευρέως ως πολιτικές που ενθαρρύνουν τις μεγάλες επιχειρήσεις να αναλαμβάνουν υπερβολικούς κινδύνους, θέτουν τις μικρότερες επιχειρήσεις σε μειονεκτική κατάσταση στον ανταγωνισμό, και γενικά επηρεάζουν με αρνητικό τρόπο τις λειτουργίες των τραπεζών (οι τράπεζες μεγαλώνουν μέσα σε ένα προστατευτικό περιβάλλον και ως εκ του τούτου λειτουργούν αναποτελεσματικά). Κατά τη διάρκεια περιόδων χρηματοοικονομικής πίεσης, και με σχέδια διασώσεων σε εξέλιξη, οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι δηλώνουν ότι η τακτική που ακολουθούν δεν θα επαναληφθεί. Κατά τη διάρκεια περιόδων χρηματοοικονομικής σταθερότητας και οικονομικής ανάπτυξης, επιτρέπουν την ανάπτυξη μεγάλων τραπεζικών ιδρυμάτων μέσω συγχωνεύσεων και αγνοούν τη συνεχιζόμενη έλλειψη ανταγωνιστικότητας. Κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών έχουν γίνει επανειλημμένες προσπάθειες απομάκρυνσης από τις πρακτικές «πολύ μεγάλες για να καταρρεύσουν», αλλά κατέληξαν όλες σε παταγώδη αποτυχία. Το αμερικανικό Κογκρέσο διαπίστωνε συνήθως ότι το βασικό πρόβλημα που επέτρεπε στις χρηματοπιστωτικές εταιρείες να αναλαμβάνουν υπερβολικούς κινδύνους οφείλεται στην ανεπαρκή ρύθμιση και εποπτεία. Ανταποκρίθηκε σε αυτήν την διαπίστωση με την ενίσχυση των μηχανισμών ρύθμισης και της εποπτείας. Άλλοι, έχουν εντοπίσει το βασικό πρόβλημα σε ρυθμιστές που πολύ απλά δεν κάνουν καλά τη δουλειά τους, γεγονός που υποδηλώνει την ανάγκη για τροποποίηση των κινήτρων που παρακινούν τη συμπεριφορά τους. Μια τρίτη εξήγηση είναι ότι οι πρακτικές «πολύ μεγάλες για να καταρρεύσουν» αντικατοπτρίζουν την αντίληψη του κράτους ότι οι μεγάλες χρηματοπιστωτικές εταιρείες εξυπηρετούν το δημόσιο συμφέρον—υπό την έννοια ότι αποτελούν «εθνικούς πόρους» που πρέπει να διατηρηθούν. Στην περίπτωση αυτή θεωρείται απαραίτητη να βρεθεί μια διαρθρωτική λύση. Η διάσπαση των πολύ μεγάλων χρηματοπιστωτικών εταιρειών θα είχε ως αποτέλεσμα να διανεμηθεί το «δημόσιο συμφέρον» ανάμεσα σε μια μεγαλύτερη ομάδα εταιριών που ενεργοποιούνται στον χρηματοοικονομικό τομέα. Έτσι, δεν θα παρέμενε το «δημόσιο συμφέρον» σε μια χούφτα εταιριών που κατέχουν, όπως σήμερα, μια δυσανάλογη συγκέντρωση των οικονομικών πόρων. Ο Νόμος Dodd-Frank (2010) για τη Μεταρρύθμιση της Γουόλ Στριτ και την Προστασία των Καταναλωτών αποτελεί την πιο πρόσφατη προσπάθεια για την εξάλειψη των πρακτικών «πολύ μεγάλες για να καταρρεύσουν». Κύριος στόχος του συγκεκριμένου νόμου είναι η επέκταση και η διεύρυνση των ρυθμιστικών και εποπτικών διαδικασιών και μηχανισμών, θεωρώντας ότι με αυτά τα ενισχυμένα μέτρα θα αποτραπεί η υπερβολική ανάληψη κινδύνων από τις μεγάλες χρηματοοικονομικές εταιρείες. Εν ολίγοις, το Κογκρέσο εντόπισε ξανά την αιτία για τις πρακτικές «πολύ μεγάλες για να καταρρεύσουν» στην ανεπάρκεια της ρύθμισης και της εποπτείας. Δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι το Κογκρέσο θεωρεί αξιόπιστους τους ισχυρισμούς ότι τα κανονιστικά κίνητρα είναι ελαττωματικά. Τέλος, ο Νόμος Dodd-Frank αποφεύγει μια διαρθρωτική λύση, αφήνοντας τις μεγαλύτερες χρηματοπιστωτικές εταιρείες ανέπαφες και τις τραπεζικές ρυθμιστικές αρχές με ευρεία διακριτική ευχέρεια γύρω από τις μεγάλες συγχωνεύσεις τραπεζών. Ως αποτέλεσμα, η εξάλειψη των πρακτικών «πολύ μεγάλες για να καταρρεύσουν» θα συνεχίσει να αποτελεί μια προβληματική προσπάθεια και για τα επόμενα χρόνια.

  • ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚH ΕΡΓΑΣΙΑ ΥΠΟ ΕΞΕΛΙΞΗ No. 708 | Φεβρουάριος 2012
    O «καπιταλισμός» είναι καλύτερα κατανοητός σαν ένα σύστημα από μια σειρά από στάδια. Ο βιομηχανικός καπιταλισμός έχει παραχωρήσει τη θέση του στον χρηματοοικονομικό καπιταλισμό, ο οποίος εξελίχθηκε από τον καπιταλισμό των συνταξιοδοτικών ταμείων τη δεκαετία του ΄50 και τον αμερικανικό νομισματικό ιμπεριαλισμό από το 1971 όταν το πλαστό δολάριο (που δημιουργήθηκε κυρίως για τη χρηματοδότηση των παγκόσμιων στρατιωτικών δαπανών των ΗΠΑ) έγινε η παγκόσμια νομισματική βάση. Το πλαστό πιστωτικό δολάριο κατέστησε εφικτή την δημιουργία της οικονομίας φούσκας μετά το 1980 και το υποσκήνιο του, τον καπιταλισμό καζίνο. Αυτά τα οικονομικά ραδιενεργά στάδια παρακμής οδήγησαν στον αποπληθωρισμό του χρέους μετά το 2008, και τελικά κατέληξαν στη διαμόρφωση ενός καθεστώτος πεονίας και στη λιτότητα της νεο-δουλοπαροικίας. Η τελική έκβαση του σημερινού Δυτικού καπιταλισμού είναι μια νεο-ραντιέρικη οικονομία—ακριβώς η μορφή οικονομίας που επεδίωξε να ανατρέψει ο βιομηχανικός καπιταλισμός και στην οποίαν αντιτάχθηκαν οι κλασικοί οικονομολόγοι κατά τη διάρκεια της Προοδευτικής Εποχής από τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα. Μια χρηματοοικονομική τάξη έχει σφετεριστεί το ρόλο που συνήθιζαν να εκτελούν οι γαιοκτήμονες—μια κοινωνική τάξη που απολάμβανε ειδικά προνόμια. Η οικονομική πρόσοδος (economic rent) σήμερα αμείβεται ως επί το πλείστον με τόκους. Αυτή η «απατεωνιά» διακόπτει την κυκλική ροή μεταξύ παραγωγής και κατανάλωσης, προκαλώντας οικονομική συρρίκνωση, μια δυναμική που είναι το άκρως αντίθετο της αρχικής ώθησης του βιομηχανικού καπιταλισμού. Το «θαύμα του ανατοκισμού», που ενισχύεται τώρα με τη δημιουργία πλαστής πίστωσης, κανιβαλίζει το βιομηχανικό κεφαλαίου καθώς και τις απολαβές των εργαζομένων. Ιστορικά, ο βιομηχανικός καπιταλισμός ήταν πολιτικά υπέρ της δημοκρατικής κοινοβουλευτικής μεταρρύθμισης, επειδή αυτός ήταν ο μόνος τρόπος για να σπάσει ο ασφυκτικός κλοιός των γαιοκτημόνων στα εθνικά φορολογικά συστήματα. Αλλά το χρηματιστικό κεφάλαιο σήμερα είναι εγγενώς ολιγαρχικό. Επιδιώκει να περάσει υπό τον έλεγχο του το κράτος—πρώτα απ' όλα το δημόσιο ταμείο, την κεντρική τράπεζα, και τα δικαστήρια—προκειμένου να εξυπηρετηθούν οικονομικά ο τραπεζικός και ο χρηματοοικονομικός τομέας και οι μεγάλοι πελάτες του: το real estate και τα μονοπώλια. Αυτός είναι ο λόγος που οι χρηματοοικονομικοί «τεχνοκράτες» (διαμεσολαβητές και υπηρέτες του χρηματιστικού κεφαλαίου) επιβλήθηκαν στην Ελλάδα, και ο λόγος που η Γερμανία εναντιώθηκε στην ιδέα ενός δημοψηφίσματος σχετικά με το πρόγραμμα λιτότητας που επιβάλλει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.

  • ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚH ΕΡΓΑΣΙΑ ΥΠΟ ΕΞΕΛΙΞΗ No. 704 | Ιανουάριος 2012
    Μια αποκλίνουσα άποψη
    Είναι κοινός τόπος να συνδέει κανείς τα νεοκλασικά οικονομικά με τη φυσική του 18ου ή του 19ου και την έννοια της ισορροπίας, με την ιδέα της συμπεριφοράς του εκκρεμούς, που αν το μετακινήσουμε από το σημείο ηρεμίας, αυτό τελικά θα επιστρέψει πάλι σε αυτό. Ομοίως, ο στόχος μιας οικονομίας που υποβάλλεται σε εξωγενή σοκ είναι η ισορροπία μέσω της σταθεροποίησης των δυνάμεων της αγοράς που απελευθέρωσε το αόρατο χέρι. Αυτή η μεταφορά μπορεί να χρησιμοποιηθεί για όλες σχεδόν τις πτυχές των οικονομικών δραστηριοτήτων: από τις μικρο-αγορές (π.χ., για την πώληση φρούτων και λαχανικών στη λαϊκή αγορά) και τις μακρο αγορές (π.χ., για την εργασία), έως τις σύνθετες χρηματοπιστωτικές αγορές (για συνθετικά εξασφαλισμένα χρεωστικά, τα λεγόμενα CDOs). Καθοδηγούμενη από κάποιο αόρατο χέρι, η προσφορά ισορροπεί τη ζήτηση και οι αγορές λειτουργούν δίχως στρεβλώσεις και αγκυλώσεις. Οπλισμένος με αλληγορίες από τη φυσική επιστήμη, ο οικονομολόγος δεν έχει κανένα πρόβλημα να επεκτείνει την ανάλυση και στο διεθνές επίπεδο της οικονομίας, σε όλα τα διαπραγματεύσιμα εμπορεύματα, σε αυτό που κατ’ ευφημισμόν αποκαλούνται κεφαλαιακές ροές, καθώς και στα ίδια τα νομίσματα. Είναι πεπεισμένος ότι θα υπάρχει κάπου η σωστή τιμή που θα οδηγήσει σε ισορροπία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης. Ο ορθόδοξος οικονομολόγος πιστεύει ότι το πρόβλημα είναι το κράτος—δηλαδή είναι βέβαιος ότι αν μπορούσαμε να βγάλουμε από τη μέση το κράτος, τότε η αγορά θα λειτουργούσε αποτελεσματικά. Από την άλλη μεριά, ο ετερόδοξος οικονομολόγος είναι λιγότερο σίγουρος για όλα αυτά. Η αγορά θα μπορούσε να μην λειτουργήσει αποτελεσματικά και να συνεχίσουν να υπάρχουν ανισορροπίες. Θεωρεί ότι οι δυνάμεις της αγοράς ίσως να είναι ανίκανες για αυτορρύθμιση. Στο πλαίσιο αυτό, το ορατό χέρι του κράτους θα μπορούσε να επιταχύνει την κίνηση προς το σημείο ισορροπίας. Οι ορθόδοξοι οικονομολόγοι, καθώς και οι περισσότεροι ετερόδοξοι οικονομολόγοι, βλέπουν την Παγκόσμια Χρηματοπιστωτική Κρίση ως αποτέλεσμα των εγχώριων και των παγκόσμιων ανισορροπιών. Η πιο συνηθισμένη ερμηνεία είναι αυτή που κατηγορεί το Ομοσπονδιακό Αποθεματικό των ΗΠΑ για υπερβολική νομισματική χαλάρωση, μια πολιτική η οποία δήθεν ώθησε στο δανεισμό και προκάλεσε τις δημοσιονομικές και τις εμπορικές ανισορροπίες στην οικονομία των ΗΠΑ και υπερπλεόνασμα ρευστότητας στις παγκόσμιες χρηματοπιστωτικές αγορές. Όσον αφορά τα προβλήματα στην Ευρωζώνη, οι ανισορροπίες αποδίδονται στην συμπεριφορά των σπάταλων μεσογειακών λαών. Στο πλαίσιο αυτό, το ζητούμενο είναι να αποκατασταθεί η παγκόσμια ισορροπία, μια πολιτική λύση η οποία απαιτεί ένα συνδυασμό υψηλότερων συναλλαγματικών ισοτιμιών για τους Κινέζους, μείωση των αμερικανικών εμπορικών ελλειμμάτων, και τευτονική δημοσιονομική πειθαρχία στις Ηνωμένες Πολιτείες, στο Ηνωμένο Βασίλειο, στην Ιαπωνία, καθώς και στην περιφέρεια της Ευρώπης. Το κείμενο αυτό διαφωνεί με τις αναλύσεις των ορθόδοξων οικονομολόγων και υιοθετεί μια εναλλακτική άποψη, εξετάζοντας το ζήτημα των ανισορροπιών μέσα από το πρίσμα των τομεακών ανισορροπιών, μια προσέγγιση που ανέπτυξε ο Wynne Godley, και από τη σκοπιά της σύγχρονης θεωρίας του χρήματος, που προέρχεται από τις μελέτες των Innes, Knapp, Keynes, Lerner, και Minsky. Το πρόβλημα δεν είναι πρόβλημα χρηματοοικονομικών ανισορροπιών, αλλά μάλλον πρόβλημα ανισορροπίας στο επίπεδο της ισχύος. Είναι αναμφισβήτητο γεγονός ότι έχει συγκεντρωθεί πολύ μεγάλη δύναμη στα χέρια του χρηματοοικονομικού τομέα, στους κόλπους των διαχειριστών κεφαλαίων, στην εξουσία του αρπακτικού κράτους και στο κέντρο της Ευρώπης. Κυριαρχεί η ιδιωτικοποίηση και η επιδίωξη του ιδιωτικού σκοπού, ενώ οι κρατικές λειτουργίες έχουν σχεδόν πάψει να λειτουργούν με στόχο την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος. Με λίγα λόγια, υπάρχει πάρα πολύ νεοφιλελευθερισμός στον κόσμο, πολύ λίγη δημοκρατία, και ακόμη λιγότερη διαφάνεια και κυβερνητική λογοδοσία.

  • ΜΟΝΟΣΕΛΙΔΟ No. 23 | Δεκέμβριος 2011
    Το εξαιρετικό εύρος και το μέγεθος της χρηματοοικονομικής κρίσης του 2007–09 προκάλεσαν μια εκπληκτική ανταπόκριση από την Fed στο πλαίσιο της λειτουργίας της ως δανειστής της εσχάτης προσφυγής. Υπάρχουν αρκετές εκτιμήσεις σχετικά με το συνολικό ποσό που παρείχε η Fed για τη διάσωση του χρηματοοικονομικού συστήματος. Η ίδια η Fed ισχυρίζεται ότι το ποσό ανέρχεται σε 1,2 τρις δολάρια, το Bloomberg το έχει υπολογίσει σε 7,7 τρις δολάρια (και το ποσό αυτό αφορά μόνο τις μεγαλύτερες τράπεζες), ενώ με βάση τις εκτιμήσεις του Κυβερνητικού Γραφείου Λογοδοσίας το συνολικό ποσό ανέρχεται σε 16 τρις δολάρια. Τώρα, όμως, μια καινούργια έρευνα που διεξάγεται ως μέρος ενός πρότζεκτ του Ιδρύματος Φορντ που διευθύνει ο Ανώτατος Μελετητής του Οικονομικού Ινστιτούτου Λίβι L. Randall Wray, ανακαλύπτει ότι οι δεσμεύσεις της Fed—υπό τη μορφή δανείων και αγοράς περιουσιακών στοιχείων προκειμένου να στηρίξει το παγκόσμιο χρηματοοικονομικό σύστημα—ξεπερνούν κατά πολύ ακόμη και τις υψηλότερες εκτιμήσεις.

  • ΜΟΝΟΣΕΛΙΔΟ No. 22 | Δεκέμβριος 2011
    Καθώς η κρίση στην ευρωζώνη συνεχίζεται, και ενώ η οικονομία των ΗΠΑ συνεχίζει να έχει τα χάλια της, θα πρέπει να επανεξετάσουμε τι πραγματικά συμβαίνει και να ακονίσουμε τα πολιτικοοικονομικά μας εργαλεία με το να λάβουμε υπόψη ότι αυτό που λαμβάνει μέρος σήμερα στις ανεπτυγμένες οικονομίες μπορεί να μην είναι απλά μια τραπεζική ή μια χρηματοοικονομική κρίση αλλά μια ευρύτερη κρίση του καπιταλισμού.
    Αρχείο:
    Σχετικό Πρόγραμμα:
    Συγγραφέας/είς:
    X. I. Πολυχρονίου

  • ΚΕΙΜΕΝO ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ No. 121 | Νοέμβριος 2011
    Ποιος πληρώνει για το Ευρωπαϊκό κυρίαρχο χρέος και τις ζημίες από τα ενυπόθηκα δάνεια υψηλού κινδύνου;
    Στο πλαίσιο της κρίσης χρέους στην ευρωζώνη και της κρίσης στην αγορά των ενυπόθηκων δανείων υψηλού κινδύνου στις ΗΠΑ, ο Ανώτατος Μελετητής Jan Kregel εξετάζει το ερώτημα πως θα έπρεπε να διανείμουμε τις απώλειες μεταξύ δανειοληπτών και δανειστών σε περιπτώσεις αναδιάρθρωσης του χρέους. Ο Kregel αντιτίθεται σε μια κυρίαρχη προσέγγιση αυτού του ερωτήματος που είναι συνυφασμένη με την ανάλυση της ατομικής δράσης και των συμπεριφοριστικών χαρακτηριστικών—μια προσέγγιση που τείνει προς το συμπέρασμα ότι ο δανειολήπτης πρέπει να επιφορτιστεί όλο το φορτίο του χρέους που έχει προς τον πιστωτή. Η εικασία πίσω από αυτό το είδος ανάλυσης είναι ότι εφόσον ο οφειλέτης (ο φερόμενος ως δόλιος δανειολήπτης του ενυπόθηκου δανείου υψηλού ρίσκου ή ο υποθετικά σπάταλος Ελληνας) είναι η αιτία της ζημίας, ο οφειλέτης πρέπει να επωμιστεί το φορτίο χρέους.

  • ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚH ΕΡΓΑΣΙΑ ΥΠΟ ΕΞΕΛΙΞΗ No. 681 | Αύγουστος 2011
    Η εργασία αυτή ξεκινάει μετρώντας ξανά τα αίτια και τις συνέπειες της παγκόσμιας χρηματοοικονομικής κρίσης (ΠΧΚ). Το γεγονός που πυροδότησε την κρίση ήταν, φυσικά, το ξεδίπλωμα της κρίσης στα στεγαστικά δάνεια υψηλού κινδύνου (subprimes). Εντούτοις, το άρθρο υποστηρίζει ότι το χρηματοοικονομικό σύστημα ήταν ήδη τόσο εύθραυστο που σχεδόν οτιδή̟ποτε θα μπορούσε να είχε προκαλέσει την κατάρρευση. Στη συνέχεια, αξιολογεί τα μαθήματα που θα έπρεπε να έχουμε πάρει από την κρίση. Εν συντομία, αυτά συμπεριλαμβάνουν: (α) η ΠΧΚ δεν ήταν μια κρίση ρευστότητας, (β) η στάθμιση των οικονομικών κινδύνων (underwriting) παίζει ρόλο, (γ) αρρύθμιστοι και ανεπιτήρητοι χρηματοοικονομικοί θεσμοί εξελίσσονται με φυσικό τρόπο σε οργανισμούς ελέγχου απάτης, και (δ) το χειρότερο μέρος είναι το κουκούλωμα των εγκλημάτων. Το άρθρο προβάλλει το επιχείρημα ότι δεν μπορούμε να λύσουμε την κρίση έως ότου χτη̟πήσουμε την απάτη και ολοκληρώνει με το περίγραμμα μιας αντζέντας για μεταρρύθμιση στο ̟πλαίσιο της εργασίας του Χάιμαν Μίνσκυ.

  • ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ No. 4 | Μάιος 2011
    Προς το τέλος του 1930, καθώς το κραχ του Χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης το 1929 είχε αρχίσει να έχει αντίκτυπο στην πραγματική οικονομία των ΗΠΑ πτώση στις τιμές των εμπορευμάτων, μείωση της παραγωγής και αύξηση της ανεργίας ο Τζον Μέιναρντ Κέινς, στα τελευταία κεφάλαια του βιβλίου του «Η Πραγματεία για το Χρήμα» προκαλούσε τις νομισματικές αρχές να λάβουν «σκόπιμη και αποφασιστική δράση» για τη μείωση των επιτοκίων ώστε να αντιστραφεί η κρίση. Υποστηρίζει ότι έως ότου ληφθεί «εξαιρετικά ασυνήθιστη», «ανορθόδοξη» νομισματική πολιτική δράση «στο πλαίσιο αυτών των προτάσεων και αποτύχει, πρέπει, υπό το πρίσμα της επιχειρηματολογίας αυτής της πραγματείας, να παραδεχτούμε ότι το τραπεζικό σύστημα δεν μπορεί, αυτή τη φορά, να ελέγξει τον ρυθμό των επενδύσεων και, άρα, το επίπεδο των τιμών». Οι «ανορθόδοξες» πολιτικές που προτείνει ο Κέινς είναι μια σχεδόν τέλεια περιγραφή του πειράματος της Κεντρικής Τράπεζας της Ιαπωνίας με την πολιτική των μηδενικών επιτοκίων τη δεκαετία του 1990 και το πείραμα της Ομοσπονδιακής Κεντρικής Τράπεζας των ΗΠΑ με την πολιτική των μηδενικών επιτοκίων και της ποσοτικής χαλάρωσης (QE1 και QE2) κατά τη διάρκεια της πρόσφατης κρίσης. Αυτά τα πειράματα αποτελούν κατά κάποιο τρόποι μια ανταπόκριση στην πρόκληση του Κέινς και υποβάλλουν σε δοκιμή τη θεωρία του για την ικανότητα της νομισματικής πολιτικής να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τις χρηματοοικονομικές κρίσεις. Η ανταπόκριση αυτή φαίνεται να είναι ένα ξεκάθαρο και σαφές Όχι.
    Αρχείο:
    Σχετικό Πρόγραμμα:
    Συγγραφέας/είς:
    Jan Kregel

Press Room

Οι οικονομικές προκλήσεις της νέας κυβέρνησης


Ανησυχίες για το αυξανόμενο δημόσιο χρέος των ΗΠΑ;


Αποψη: Η μυθολογία των 100 ή 200 δισ. κόστους διαχείρισης ΣΥΡΙΖΑ


Οι αστοχίες που προετοιμάζουν τη νέα οικονομική κρίση


Πώς πρέπει να μετράμε την ευημερία;


Προυποθεσεισ για Ισχυρη Επανεκκινηση τησ Οικονομιασ

Στα Media